BLOGGER TEMPLATES AND TWITTER BACKGROUNDS »

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2007

2η Ευκαιρία

Μόλις ξύπνησα. Έχω τσίμπλες. Μου φαίνεται πολύ αστείο που τα δάκρυα στερεοποιούνται στον ύπνο. Ποτέ δε το χα σκεφτεί αυτό. Μακρινός ήχος από αυτοκίνητα. Λίγο χειρότερο από το να ακούς πουλάκια να τιτιβίζουν, αλλά μπορώ να αρκεστώ. Δείχνει ότι κάπου εδώ κοντά υπάρχει ζωή. Και μου φτάνει.

Η φωτογραφία του αδερφού μου πάνω στο κομοδίνο. Εκεί είναι 5 χρονών. Είναι τρομερό πόσο γρήγορα περάσανε τα χρόνια. Και πόσο γεμάτα. Από καλά και κακά πράγματα. Γεμάτα όμως. Και πως αλλάζουμε έτσι. Για δες τον! Κάποια κόκαλα μεγαλώναν, κύτταρα πεθαίναν και γεννιόντουσαν άλλα. Και μέσα σε μια χούφτα χρόνια αλλάζανε τα πάντα πάνω του. Ψήλωσε, έβγαλε γένια.... Εντυπωσιακό. Άραγε κι εγώ έτσι έκανα; Μα φυσικά, τι ρωτάω! Για σκέψου όμως...

Ανοίγω το παράθυρο και η κουρτίνα παίρνει ζωή. Το βάρος της σε συνδυασμό με τη ένταση του αέρα προκαλεί αυτές τις παλινδρομικές κινήσεις που σε μένα φαίνονται σαν να κυματίζει το ύφασμά της. Και είναι τόσο όμορφο. Το στολίδι πάνω στο τραπεζάκι μου το χαν κάνει δώρο όταν ήμουν 11 χρονών. Πάντα αδιαφορούσα για αυτό όταν ήμουν μικρή αλλά όταν μετακόμισα, όχι μόνο δε το πέταξα, αλλά μπήκε και σε αρκετά φανερό σημείο στο δωμάτιο. Γιατί άραγε; Δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο.

Στο τελευταίο συρτάρι της ντουλάπας έχω πολλά πράγματα που δεν ανοίγω ποτέ να δω παλιά πράγματα. Όλα μέσα σε ένα κουτί. Κάποια στιγμή κάποιος με πείραξε που στη ηλικία μου κοιμόμουν με το αρκουδάκι μου. Από τότε παίρνω αγκαλιά το μαξιλάρι. Είναι ήδη μεσημέρι. Πρέπει να σηκωθώ να πάω να πλυθώ.

Στο ταβάνι του μπάνιου έχει ρωγμές. Οι υδρατμοί. Μικρές σταγόνες νερού περνάνε τη μπογιά του και μαζεύονται στο τσιμέντο από πίσω. Και μαζεύονται, και ο σοβάς φουσκώνει και σκάει. Ένα μικρό θαύμα. Το οποίο αντιλαμβάνομαι ως πρόβλημα και το λύναμε ένα μπογιατζή. Πλένομαι με νερό που μαζεύεται από τη βροχή. Και με χιλιόμετρα υδραυλικών συστημάτων φτάνει ως το σπίτι μου. Επειδή κάπου η θάλασσα ζεσταίνεται και οι υδρατμοί γίνονται σύννεφα χωρίς αλάτι, και ταξιδεύουν μέχρι την πόλη μου. Μπορεί να έχουν έρθει από την άλλη άκρη της γης. Μπορεί τώρα να πλένομαι με το νερό που κολυμπούσε ένας Κινέζος!

Σύννεφα. Σαν αυτά έξω από το παράθυρο. Που όσο τα κοιτάς όλο και κάτι σου θυμίζουν. Όπως και τα αστέρια. Όλα είναι τόσο όμορφα και τόσο μαγικά. Χαχα! Είμαι η Γιώτα και είμαι καλά!

Μεθυσμένη από την ομορφιά των πραγμάτων γύρω μου. Από τη μελωδία της ζωής. Από τη μαγεία που κουβαλάει κάθε τι μέσα του.

Κοιτάω τα πάντα γύρω μου και μένω έκθαμβη από τις λεπτομέρειες. Από όλα αυτά που δεν πρόσεχα τόσα χρόνια από συνήθεια. Τόση ομορφιά στις λεπτομέρειες. Σαν να κοιτάω τη βιβλιοθήκη μου με τα πάνω από 500 βιβλία. Όλα διαβασμένα. Κάποια περίοδο της ζωής μου. Και μου θυμίζουν και τα δύο. Και τις ιστορίες και την κάθε περίοδο και χίλιους άλλους συνειρμούς. Όλα αυτά μια βιβλιοθήκη! Και οι τοίχοι δίπλα της, οι τοίχοι του σαλονιού, λίγο πιο κίτρινοι από το τσιγάρο. Που μαζευόμασταν, καπνίζαμε και αμπελοφιλοσοφούσαμε όταν...

Ναι ξέρω. Πάλι ταξιδεύω. Βλέπω τόσα πράγματα σήμερα, που δε μπορώ να μείνω συγκεντρωμένη. Χάνομαι στις σκέψεις μου. Όπως χάθηκα και χτες την ώρα που πήγαινα τον τύπο στο σταθμό του τρανού. Όπως οδηγούσα τη μηχανή. Μηχανικά.

Πέταξε μούρη ο πιτσιρικάς στη γωνία. Τον είδα τελευταία στιγμή. Τον απέφυγα τελευταία στιγμή. Όταν πήγα να ξαναισιώσω τη μηχανή όμως δε τα κατάφερα. Έπεσα.

Το αμάξι από πίσω... δεν ήταν τόσο τυχερό. Δε τον απέφυγε. Ούτε ο Σέργιος από πίσω μου. Δεν είχε κράνος. Σύρθηκε μαζί με τη μηχανή κάτω από το φορτηγό. Ούτε αυτοί που έρχονταν από το αντίθετο ρεύμα. Δεν έχασα τίποτα μόνο λίγα δευτερόλεπτα. Από το χτύπημα; Το σοκ; Δεν ξέρω. Πάντως όταν άνοιξα τα μάτια όλα ήταν «φρέσκα». Το αίμα, τα ζεστά λάδια, οι στριγγλιές. Τα καμένα λάστιχα. Όλα. Οι γρατζουνιές έτσουζαν και τα αυτιά μου βούιζαν. Αλλά όλα καλά για μένα.

Για τους άλλους όχι. Δύο νεκροί. Εφτά τραυματίες. Χωρίς εμένα. Μπάχαλο.

Ο Σέργιος από πίσω μου στην εντατική. Το μόνο του έγκλημα ήταν που ήταν άφραγκος και βγήκε ραντεβού για να πηδήξει. «Τι θράσος!» ναι καλά, μαλακίες. Θίχτηκα και γω η ηλίθια. Και τώρα χαροπαλεύει. Όχι ότι έπρεπε να με πηδήξει, αλλά σκέψου... που πήγαινε και τι του βγήκε από το πουθενά. Κι αυτός και οι άλλοι.

Όλο το βράδυ κλάμα, νοσοκομείο και δηλώσεις. Αλλά εγώ πήγα σπίτι. Και έκλαιγα μέχρι να με πάρει ο ύπνος. Και το βράδυ μάλλον πάλι θα κλαίω. Τώρα όμως όχι. Τώρα το μυαλό μου είναι καθαρό.

Για κάποιο λόγο μου δόθηκε μια δεύτερη ευκαιρία. Για να πηγαίνω στη δουλειά που αγαπάω να μισώ. Να αμφισβητώ τα χρόνια που έδωσα στις σπουδές μου. Να γκρινιάζω για τους άνδρες που δεν υπάρχουν πια και πολλά άλλα ρουτινιάρικα. Όχι δε θα αλλάξω μυαλά με ένα ατύχημα το ξέρω. Αλλά τώρα έχουν ανοίξει πραγματικά τα μάτια μου. Και βλέπω άλλα. Και σκέφτομαι άλλα.

Αναρωτιέμαι αν τα ζώα σκέφτονται όπως εμείς. Αν τα φυτά νιώθουν όπως εμείς. Αν τα «άψυχα» όπως αρεσκόμαστε να λέμε, το τραπέζι, η σακούλα των σκουπιδιών, η τηλεόραση, έχουν δικιά τους ζωή και γελάνε εις βάρος μας; Μπορεί δεν ξέρω. Πάντως η ζωή είναι από μόνη της μαγική ότι και να συμβαίνει. Και μένα μου δόθηκε μια δεύτερη ευκαιρία και πρέπει να θυμάμαι αυτό που συμβαίνει τώρα. Μπορεί με τις μέρες και τους μήνες να ξαναγυρίσω εκεί που ήμουν. Λόγω αδυναμίας.

Αλλά θα πρέπει πάντα να θυμάμαι τη μέρα αυτή που μπόρεσα να δω πραγματικά. Τις λεπτομέρειες. Πίσω από τις λεπτομέρειες. Πριν και μετά από τις λεπτομέρειες. Που είδα ότι αξίζει να ζω για τον εαυτό μου και όχι για αυτό που θέλουν οι άλλοι. Για τη στιγμή, όχι για τα άγχη του αύριο. Γιατί μπορεί να είναι η τελευταία. Αλλά και η τελευταία να μην είναι, πρέπει να είμαι ευγνώμων για το πολύτιμο δώρο που πήρα.

Και μάλιστα δύο φορές.

 

 

 

I guess I could be pretty pissed off about what happened to me. But it’s hard to stay mad when there’s so much beauty in the world….. and I can’t feel anything but gratitude for every single moment of my stupid little life. You have no idea of what I am talking about - I’m sure. But don’t worry. One day you will.

 

(Αφιερωμένο μαζί με το τραγουδάκι. Carpe diem μικρό μου. We are not getting any younger! Κουνήσου επιτέλους! Ξέρεις εσύ! =D )

 

 

 

 

He was standing all alone
Trying to find the words to say
When every prayer he ever prayed was gone
And the dreams he's never owned
Are still safely tucked away
Until tomorrow he just carries on
Carries on
Carries on
Carries on

See the devil on the streets at night
See him running in the pouring rain
See him grinning 'neath a twisted light
I'll be back again
See the people standing in a row
See them nodding like a field of grain
No one sees the sickle though
Coming 'cross the plain

And this he knows, if nothing more
That waiting in the dark like destiny
Are those who kiss the dogs of war
And there is no tomorrow, no tomorrow
Take a chance
Take a, take a chance yeah

See the devil he is so intense
See the devil go and change his name
What's the going price of innocence
It can't be the same
Is it dark when the moon is down
Is it dark with a single flame
If there's glass falling all around
I am not to blame

And this he knows, if nothing more
That waiting in the dark like destiny
Are those who kiss the dogs of war
And there is no tomorrow, no tomorrow
Take a chance
Take a, take a chance yeah
Take a chance
Take a, take a chance oh yeah

Burn the night away
Burn the night away
Burn the night...

Pictures at an exhibition
Played as he stood
In his trance
Staring at his inhibitions
All the time believing
That it now came down to nothing but this chance
Chance
Chance
Chance

I fear you
Your silence
Your blindness
See what you want to see
In darkness
One kindness
One moment
Tell me what you believe

I believe in nothing
Never really had to
In regards to your life
Rumours that are not true
Who's defending evil
Surely never I
Who would be the witness
Should you chance to die

Father can you hear me
This is not how it was meant to be
I am safe and so are you
As for the other's destiny

Father can you hear me
This is not how it was meant to be
I am safe and so are you
As for the other's destiny

I believe that situations
All depend on circumstance
Look away
Look away
Pictures at an exhibition
Played as he stood
In his trace
Staring at his inhibitions

All the time believing
That it now came down to
Nothing but this chance