BLOGGER TEMPLATES AND TWITTER BACKGROUNDS »

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2008

μακριά από τη βρώμα του παχύρρευστου φωτός

Ο Λόγκαν γυρίζει στην πόλη, σαν την άδικη κατάρα. Άλλη μια φορά που ψάχνει να βρει τον εαυτό του και τις απαντήσεις στη νύχτα.

Μπαρ. Κόσμος. Εικόνες επαναλαμβανόμενες. Και αυτή η μυρωδιά. Ω, θεέ μου, πόση βρώμα!

δεν έχει μιλήσει σχεδόν καθόλου σήμερα. Κουράστηκε να επαναλαμβάνει τις ίδιες, αφόρητα άδειες κουβέντες. Να θεωρεί δεδομένο το εμπόριο της σάρκας, του μυαλού και των δηλητηρίων. Και βουλιάζει για μια ακόμα φορά στις σκέψεις του.

Και περπατάει...


το ευλογημένο αυτό περπάτημα. Όπου το κορμί μπαίνει στον αυτόματο πιλότο και ο νους βουλιάζει στις σκέψεις του. Όπου η κίνηση προσφέρει την απαραίτητη προστασία μα και καταφύγιο από την ακινησία γύρω του. Μα και μέσα

το περπάτημα. Αυτό το οποίο


σήμερα τον έφερε πιο μακριά από τις άλλες φορές. Εκεί που τελειώνουν τα κτίρια. Και τελειώνει και η άσφαλτος. Και τελειώνουν και τα λίγα αυτά, άσχημα τεχνητά φώτα.

Προσπέρασε την πύλη του νεκροταφείου χωρίς καν να το σκεφτεί. Ίσα που παιχνίδισαν τα μάτια του για να φωτογραφίσουν το μέρος. Αφού εδώ τον έβγαλε ο δρόμος, κάποιος λόγος θα υπήρχε. Δεν έβγαζε εξάλλου περισσότερο νόημα, από όλη την υπόλοιπη μέρα που πέρασε. Ούτε και λιγότερο όμως.





Μαύρο τοπίο με γλυκερές μυρωδιές. Άνθρωποι με λερωμένα ρούχα γύρω από μωβ φωτιές, γελάνε με τις βραχνές φωνές τους. Ο ψηλός σηκώνεται.

«Χάθηκες μεγάλε; Τι κάνεις εδώ τέτοια ώρα; Κλαις κανέναν;»

Γνέφει όχι.

«Βιάζεσαι να πεθάνεις και κάνεις πρόβα;» ρωτάει ο πιο αξύριστος. Και οι άλλοι γελάνε βροντερά.

Σηκώνει τους ώμους του.

«Δε φοβάσαι το θάνατο μικρέ;» ρωτάει ο πιο γέρος.


Με το θάνατο παλέψαμε στα λιβάδια του πόνου.

Έχω το σημάδι του και κείνος το δικό μου.

Δε φοβάμαι τίποτα μονάχα το μυαλό μου.



«Καλός είναι ο μικρός»λέει ο ψηλός. «Ναι» λέει ο γέρος. «Τα βλέφαρα του είναι κουρασμένα αλλά τα μάτια πετάν φωτιές.»


Μισό χαμόγελο φαίνεται απ’ τα μουστάκια του ψηλού, και δίνει το σήμα. Μουσικές πρωτόγνωρες ακούγονται από άγνωστα όργανα. Το τοπίο αλλάζει και όλοι χορεύουν και τραγουδάνε. Παγανιστικά. Ψέματα: Ακαταλαβίστικα.




Δώσε μου το χέρι σου ετούτη τη στιγμή

Τραγούδα το σκοπό μας και πάμε όλοι μαζί

Τα κόκαλα είν’ τα όργανα κι θάνατος η αρχή


Μα πως να το χωνέψεις;



Διακόσμησες τα μάτια σου με γκριζωπά γυαλιά

Και η κυριλέ σου φύση κούρεψε τα μαλλιά

Τώρα η αναμνήσεις σου ζητάνε τα παλιά

περασμένα μεγαλεία

Τι θες να μαγειρέψεις;


Φάλτσα η ευτυχία σου κούφια η ζωή

Γιατί ξέχασες να ακούς και δεν μπορείς να δεις

Πέρασαν τα χρόνια και δεν γυρίζουν πια

Μα δεν πειράζει τόσο όσο η βρωμιά

Πλύσου με τα όνειρα που δε βλέπεις πια

Κι άσε την ψυχή σου να βουτήξει από ψηλά!




HEY!



Die, die we all pass away
But don't wear a frown cuz it's really okay
And you might try 'n' hide
And you might try 'n' pray
But we all end up the remains of the day


Και τότε είδε την αλήθεια! Οι νεκροθάφτες είναι οι πραγματικοί δικαστές του κόσμου αυτού. Μόλις φύγουν οι πωλούντες και οι αγοράζοντες του θρήνου και τα εγωιστικά παρακάλια, αποδίδουν δικαιοσύνη σε όσους φεύγουν περισσότερο από όσο θα καταλάβουν ποτέ, αυτοί που μένουν. Ξεθάβουν και θάβουν τα πτώματα, ξανά και ξανά. Εραστές θάβονται μαζί, αγκαλιά. Φτωχοί σε χρυσοποίκιλτες κάσες, και πλούσιοι σε αναχώματα με ξύλινους σταυρούς, ανάλογα με τη διαγωγή τους αυτή τη φορά. Αλλού οι καλλιτέχνες αλλού οι καρκινοπαθείς κι αλλού οι παιδεραστές... και πάει λέγοντας.

Κι όταν όλα τελειώνουν διαβάζουν ιστορίες σε γλώσσες ξεχασμένες και δίνουν τις απαντήσεις αδιακρίτως σε όλους αυτούς που τις έψαχναν και τις ποθούσαν. Και οι απαντήσεις για άλλους είναι οδύνη και για άλλους ευλογία. Αλλά για όλους λύτρωση.

χωρίς να το καταλάβει ξαναβρέθηκε στην είσοδο της πόλης. Μα αυτή τη φορά όλα ήταν τόσο μα τόσο διαφορετικά. Οι μυρωδιές, τα φώτα, τα χρώματα... ακόμα και η αφή. Όλα έμοιαζαν πλαστικά. Χωρίς ζωή, χωρίς θερμότητα. Κοντοστάθηκε. Για λίγο όμως. Τόσο δα


Και μετά μπήκε.

There’s a hole in the world like a great black pit
And it’s filled with people who are filled with shit

And the vermin of the world inhabit it


Τα φώτα του δρόμου έριχναν υγρό, παχύρρευστο φως στους δρόμου. Αυτό επέλεγε να δώσει ζωή μόνο στις λείες και γυαλιστερές επιφάνειες, ενώ γλίστραγε στις άγριες, αφήνοντας μόνο σκιές πίσω του. Τα αυτοκίνητα στους δρόμους σταμάταγαν σε κάθε γωνία που διασταυρώνονταν με κάποια άλλα, βρίζοντας και χτυπώντας το ένα το άλλο, με τους ανθρώπους που είχαν μέσα τους.

Φεύγει τρέχοντας να γλιτώσει από την παράνοια, και ανοίγει την πρώτη πόρτα που βρίσκει με φωτεινή επιγραφή. Σκούπισε τα χέρια του από το υγρό φως και παρέμεινε στα σκοτάδια. Και παρατηρούσε...


Ένας τύπος ανάβει τσιγάρο κι αμέσως τα παπούτσια του κοκκινίζουν και βγάζουν καπνούς. Με κάθε ρουφηξιά καίγονται τα πόδια του προς τα πάνω κι αυτός όλο και κονταίνει. Στο τέλος καίγεται το κεφάλι του και το τσιγάρο πέφτει στο πάτωμα με μία έκφραση βαθιάς ευδαιμονίας ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Κρατάει μόνο 15 λεπτά και μετά σηκώνεται και ψάχνει με αγωνία τον επόμενο άνθρωπο.

Άνθρωποι που φοράνε τα ρούχα των πεθαμένων μιλάνε στην τηλεόραση. Τραγουδάνε τη μελωδία της διχόνοιας με τις βραχνές γλυκιές, blues φωνές τους ντύνοντας το ρεφρέν ο καθένας με το όνομα του άλλου. Από κάτω θεατές φοράνε τα ρούχα των ζωντανών και καυχιούνται ο,τι τραγουδάνε την αγάπη. Μπαίνουν στην αρένα και τσακώνονται μεταξύ τους για τα ψήγματα αλήθειας που τους πετάξαν, για να φτιάξουνε θρησκείες. Οι αποπάνω γελάνε αγκαλιασμένοι πίνοντας νέκταρ με γλυκάνισο και τρώγοντας μεζεδάκια με χαβιάρι, φτιαγμένο από το μεδούλι των χτεσινών νικητών, και φουαγκρά από το συκώτι τους. Θέλουν μόνο τα καλύτερα!

Και τότε ρίξανε τον κλήρο, να δούνε ποιος, ποιος, ποιος θα φαγωθεί...




Μοναχικά παξιμάδια ψάχνουν τις βίδες των ονείρων τους σε σκοτεινές αποθήκες υπό τους ήχους γιγαντιαίων BlacknDecker. Μόλις τσεκάρουν αν ταιριάζει το διαμέτρημα, σκοπός τους είναι να καρφωθούν σε έναν τοίχο για την υπόλοιπη ζωή τους, και να γεννήσουν 1,3 πινέζες, που θα συνεχίσουν το παραμύθι όταν αυτά σκουριάσουν.

Τα ζώα τα οικόσιτα υπνωτισμένα φέρονται σαν άνθρωποι. Όλοι αποφεύγουν να τα φέρουν σε επαφή με ωμό κρέας ή αίμα. Διότι είναι ο μόνος τρόπος να λυθούν τα μάγια των ανθρώπων και τα ζώα να ξανακούσουν την κραυγή των προγόνων τους. Τότε είναι που συνειδητοποιούν ότι δεν είναι στο δάσος αλλά εγκλωβισμένα στο τσιμέντο. Και τρελαίνονται από το φόβο και επιτίθενται στους εχθρούς τους: τα δίποδα. Και τα κομπλεξικά δίποδα τα σκοτώνουν γιατί ζηλεύουν το όμορφο τρίχωμά τους, την ευαίσθητη μύτη, τα γαμψά τους νύχια και τα σκληρά τους δόντια. Προσπαθούν! Φτιάχνουν όπλα, ρούχα, κιάλια· αλλά τίποτα τόσο όμορφο όσο τα τετράποδα.


Για αυτό θέλουν να τα υποτάξουν να τα εκμεταλλευτούν, να τα καταστρέψουν.




«Τι σκατά είναι όλα αυτά;;;;;»




Something better than nothing, it's giving up 
We all need to do something
Try keep the truth from showing up


You're given a flower
But I guess there's just no pleasing you
Your lips tastes sour
But you think that it's just me teasing you

Ο Λόγκαν φεύγει τρέχοντας προς τη σκάλα. Ανεβαίνει τους ορόφους σχεδόν πετώντας ενώ ένα σκληρό δάκρυ οργής κυλάει από το αριστερό του μάτι. Φτάνει στην ταράτσα και κοιτάζει κάτω αποφασισμένος. Και τότε βλέπει το Παιχνίδι.

Ακίνητοι άνθρωποι με μεγάλα πλακουτσωτά πόδια και στρογγυλά κεφάλια στέκονται σε ένα τεράστιο ταμπλώ-κυψέλη γεμάτο εξάγωνα. Ο καθένας στο δικό του περιμένει τη σειρά του να παίξει. Να ρίξει το ζάρι για να πάει μπροστά. Ή πίσω ή στο πλάι. Αλλά κερδίζει αυτός που θα πάει μπροστά.

Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα. Όχι οι συγκρούσεις. Όχι ότι οι πιθανότητες είναι πάντα μεγαλύτερες να πας ούτε μπρος ούτε πίσω, αλλά στο πλάι. Όχι ότι αργά η γρήγορα οι περισσότεροι ξαναγυρνάνε στα ίδια τετράγωνα – ή μήπως δεν έφυγαν ποτέ; Ούτε ακόμα πως αν σηκώσουν το κεφάλι δε φαίνεται καν προς τα που είναι το «μπροστά»

Το πρόβλημα είναι πως δε σηκώνουν καν το κεφάλι.

Γυρίζει αηδιασμένος και παίρνει φόρα. Θέλει να βουτήξει από την άλλη πλευρά της ταράτσας. Μακριά από όλα αυτά.


Βουτάει.


Αλλά κάτι λείπει.


Δεν νιώθει τον αέρα στο πρόσωπο του να τον μαστιγώνει. Δεν μπορεί να καταλάβει αν το έδαφος έρχεται κατά πάνω του ή απομακρύνεται. Όλα μυρίζουν πλαστικό.


Κλείνει τα μάτια του και τα αυτιά του. Δεν ήθελε ένα τέτοιο θάνατο. Που να μη μπορεί να το ζήσει. Αποστειρωμένο. Είναι όμως πολύ αργά. Ας τελειώσει τουλάχιστον, όσο γίνεται πιο γρήγορα.








Παύση.









Ανοίγει τα μάτια. Βρίσκεται πάνω σε ένα εξάγωνο. Όχι ρε γαμώτο, ακόμα δεν τέλειωσε.

Κάτι τον ενοχλεί στην τσέπη. Ένα ζάρι.


«Παίξε.»


Κανείς δεν είναι γύρω του, κι ακούει. «Παίξε»





Παίξε! Παίξε! Παίξε!



ΠΑΙΞE





Όxι.




Πετάει το ζάρι. Δε φτάνει ποτέ στο έδαφος. Διαλύεται στον αέρα.

«Άντε γαμήσου. Δεν έχω τίποτα να χάσω.»

Περπατάει πάνω στις γραμμές που χωρίζουν τα εξάγωνα. Μέχρι να το βουλώσουν οι Ερινύες. Και όταν έρχεται η πολυπόθητη σιωπή, ξεκολλάει μερικά εξάγωνα σαν αυτοκόλλητα, κλείνει τα μάτια, και βουτάει μέσα στη μαύρη τρύπα.



Ανοίγει τα μάτια. Είναι μπροστά στη φωτιά. Οι νεκροθάφτες γύρω του γελάνε.

«Είσαι καλά ρε;»

Γνέφει ναι.

«Κατάλαβες τώρα;»

Χαμογελάει.




Σηκώνεται όρθιος κι απομακρύνεται.




Εκτός








Dedicated to my beloved





Πέμπτη 26 Ιουνίου 2008

Ασφάλεια: μια λεξη με πολλές σημασίες...

Καλά, δεν είναι εκπληκτικό αυτό που συμβαίνει με το ασφαλιστικό; Μιλάμε πριν λίγους μήνες λύθηκα στα γέλια με όλα αυτά που συνέβησαν! Ας το δούμε λίγο από την αρχή:


Καταρχάς η πρόταση για την ενοποίηση των ταμείων έχει εξαγγελθεί εδώ και πολύ καιρό. Νομίζω επί ΠΑΣΟΚ ακόμα. Και γενικότερα εμείς οι ωραίοι Έλληνες έχουμε το εξής εκπληκτικό: Θέλουμε μόνο τα καλά της Ευρώπης! Δηλαδή το κύρος που εμπνέει η λέξη και φυσικά τα λεφτά της. Το γεγονός ότι όλο αυτό μπορεί να χρειαστεί να πονέσει, προκειμένου να εξελιχθούμε, είναι κάτι με το οποίο δε συμβιβαστήκαμε ποτέ. Όοοοχι, μας φαίνεται πιο λογικό ότι όλα αυτά ήταν μια συνωμοσία να καταστρέψουν την Ελλαδίτσα μας, μη χέσω.

Το γεγονός φυσικά ότι τα περισσότερα κράτη έχουν εξελιχθεί σε αυτόν τον τομέα, δε μας απασχολεί καθόλου. Ακόμα και στην Ισπανία π.χ. που δεν έχουμε και τρελές διαφορές σε θέματα λειτουργίας κρατικής μηχανής, όπως π.χ. παιδεία, πολεοδομική ανάπτυξη κτλ. Όταν μια φίλη μου που αποφάσισε να παντρευτεί και να μείνει μόνιμα εδώ, έφριξε όταν κατάλαβε ότι αντί για τις καρτούλες (τύπου ανάληψης από ΑΤΜ ) θα έχει από εδώ και πέρα αυτές τις αηδίες, όπως η ίδια αποκαλούσε τα βιβλιάρια.

Όπως επίσης δε μας απασχολεί το γεγονός ότι θα είναι πιο αξιοκρατικές οι διαδικασίες, σταδιακά θα εξισωθεί ο ιδιωτικός τομέας με το μισητό δημόσιο, θα είναι πιο γρήγορες οι διαδικασίες με λιγότερη γραφειοκρατία, και φυσικά θα αναβαθμιστεί το ΙΚΑ. Όπως δε μας απασχολεί ότι εμείς οι ίδιοι υπογράψαμε ουσιαστικά και επικυρώσαμε αυτές τις αλλαγές όταν μπήκαμε στην Ευρώπη. Ότι θα διευκολυνθούν όσοι θα δουλεύουν σε δυο δουλειές. Και πολλά άλλα.

Όχι. Αντιθέτως έχουμε δεχτεί το Matrix μας, που λέει και ο φίλος passenger, ότι δηλαδή θα δουλεύουμε σε μια δουλειά που δε θα μας αρέσει για να απολαύσουμε τη ζωή στα 65. Πια ζωή ρε χαλβάδες; Εγώ πιστεύω ότι ένας άνθρωπος που τρώει καλά, κοιμάται καλά και δεν έχει στρες/κατάθλιψη/ (συμπληρώστε ελεύθερα) μπορεί στα 65 να είναι νεότατος. Αλλά τι σχέση έχει με έναν άνθρωπο που έχει δεχτεί πριν καν ακόμα μπει στην παραγωγική διαδικασία ότι θα αφιερώνει επί 35 χρόνια οκτώ ώρες τη μέρα σε κάτι που δε γουστάρει; Εκεί όμως, στην ιδεοληψία της σύνταξης...

Η πιθανότητα ότι θα δουλεύει σε κάτι που γουστάρει σχεδόν μέχρι να πεθάνει δεν απασχόλησε ποτέ κανέναν. (Ο καθένας μιλάει με τα παραδείγματά του. Ο νονός μου ζει ακόμα και έχει 28 χρόνια περίπου νεφροπάθεια, με αιμοκαθάρσεις κάθε τρεις μέρες. Το μόνο που τον κράτησε ζωντανό τόσα χρόνια και μάλιστα σε πολύ καλή κατάσταση είναι η δουλειά του, την οποία και λατρεύει. Σήμερα είναι 66 ετών.) Όλοι γεννήθηκαν κουρασμένοι. Για να μην αναφέρω τους δημόσιους υπαλλήλους που θεωρούν ότι για την κατάσταση στη χώρα φταιν μονίμως οι άλλοι και όχι αυτοί που τους έβαλαν σε θέσεις όπου ξύνονται και ρουφάν τα λεφτά του κοσμάκη. Όχι βέβαια, αυτοί ήταν καλοί, σε εμάς καλά φερθήκαν, ασχέτως αν μας πληρώνουν όλοι οι άλλοι...

Και βέβαια αυτό το εντελώς άσχημο που έχει εδραιωθεί, ότι προτιμάμε να δίνουμε τα λεφτά μας σε κάποιον άλλο να μας τα κρατάει σε περίπτωση που αρρωστήσουμε και τα χρειαστούμε, παρά να κάνουμε οι ίδιοι μια αποταμίευση. Από μόνο του φαίνεται αρκετά περίεργο. Και να σκεφτεί κανείς, ότι στην περίπτωση της κρατικής ασφάλισης είναι υποχρεωτικό. Τελοσπάντων, πάμε παρακάτω.

Από όλη αυτή την παραίτηση των ανθρώπων, και την εναντίωση τους απέναντι στην αξιοκρατία προκειμένου να διατηρήσουν τα «προνόμια» τους, μου έκαναν μια σχετική εντύπωση δύο πράγματα:

Αρχικά όταν ακούστηκε ότι «όλοι πλέον θα ανήκουμε στο ΙΚΑ ξεσηκώθηκε όλος ο ντουνιάς. Δικαίως εν μέρει γιατί το ΙΚΑ είναι ο φτωχός μας συγγενής. Μικρή κάλυψη, καθυστερήσεις, γραφειοκρατία. Ένα αίσχος γενικά. Ποιο ήταν λοιπόν το αίτημα όλων αυτών; Να μη γίνουν ΙΚΑ! Και ρωτάω λοιπόν εγώ, ο περίεργος, ο αλλοπρόσαλλος αιθεροβάμων. Δε βρέθηκε ένας άνθρωπος να διεκδικήσει για το ΙΚΑ; Να καταλάβει ότι και αυτοί στο ΙΚΑ είναι Έλληνες; Αδέρφια μας; Αφού έτσι κι αλλιώς θα ενωθούν τα ταμεία και το ξέραμε γιατί δεν κάναμε το προφανές, την πιο λογική διαπραγμάτευση όλων;

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΒΡΕΘΗΚΕ ΕΝΑΣ ΠΟΥΣΤΗΣ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΗΣ ΝΑ ΠΕΙ ΠΩΣ, ΑΦΟΥ ΘΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΌΛΟΙ ΤΟΥ ΙΚΑ, ΑΣ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΟΥΜΕ ΤΟ ΙΚΑ! ΓΙΑΤΙ;;;

Και ερωτώ και πάλι: το μόνο που μας ενδιαφέρει είναι τα λεφτάκια μας και η ανεσούλα μας; Μια και μοναδική ευκαιρία μας δόθηκε όταν κατέβηκε όλος ο κόσμος στους δρόμους, και αντί να τους υποστηρίξουμε, όλους αυτούς που διαβάζαμε στους τίτλους των ειδήσεων ως «αγανακτισμένοι συμβασιούχοι του ΙΚΑ...» και τους αντιμετωπίζαμε σαν συμπαθείς γραφικούς συγγενείς, την κρίσιμη στιγμή τους κάναμε στην πάντα; “Εμείς να μη χάσουμε, και αυτοί να παν να γαμηθούν, έτσι κι αλλιώς καμένο χαρτί ήταν και θα είναι πάντα;” Για τόσες μούντζες είμαστε... Κωλοπαρτάκηδες Έλληνες!

Και δεύτερο σημείο και κλείνω. Ο δημοσιογράφος. Παραθέτει τα γεγονότα. Κάνει ερωτήσεις σαν να εκπροσωπεί το λαϊκό αίσθημα. Έρευνεί. Και τελοσπάντων προσπαθεί να βγάλει είδηση. Αλλά δεν υπάρχει την ώρα της δουλειάς του ως πρόσωπο, ως οντότητα. Πάνω στις ερωτήσεις, μεταφέρει τις σκέψεις άλλου, είναι το στόμα του.

Από κει ως τα τωρινά έχει διανύσει η δημοσιογραφική κοινότητα πολύ δρόμο. Προς τα πίσω δυστυχώς. Αλλά εκείνο που είχα δει τότε ήταν καταπληκτικό! Δημοσιογράφος να «έχει στήσει στον τοίχο» πολιτικό και να τον βομβαρδίζει με ερωτήσεις τύπου «γιατί μας το κάνατε αυτό; Γιατί μας παίρνετε τα λεφτά μας; Γιατί μας κάνετε και εμάς του ΙΚΑ; Έχετε αναλογιστεί τις συνέπειες;» Φυσικά όπως καταλάβαινε ο καθένας από τα παραδείγματα που ανέφερε ο «οικοδεσπότης», με το «εμάς» εννοούσε τους... δημοσιογράφους!

Αντικειμενικότητα ε; Αδέκαστη κρίση και ψύχραιμη ενημέρωση! Α, ρε ξεφτίλες, μια φορά κληθήκατε να δώσετε εξετάσεις και πιάσατε πάτο. Αντί να προσπαθήσετε να ενημερώσετε το λαό, θελήσατε να κάνετε το παιχνίδι σας. Είδατε ότι δεν μπορείτε να το αποφύγετε και σας έλουσε κρύος ιδρώτας. Εμ, εκεί είναι που θέλει ψυχραιμία αγαπητέ, όχι όταν έχει πέσει το σπίτι και έχει πλακώσει την οικογένεια του ανθρώπου και εσύ πας και τον ρωτάς σαν άλλος «κουλ Αλέξης»: “Πώς νιώθετε που χάσατε τη γυναίκα σας και τα τρία σας παιδιά;” Και γαμώ είμαι ρε κρετίνε! Εσύ πως λες να νιώθω; Εκεί σου δείχνω και γω ψυχραιμία, ασχέτως αν το ήθος πάει περίπατο μπροστά στη λογική της κλειδαρότρυπας. Βλακόμετρα!

Α να χαθείτε βρε! Με κάνατε και γέλασα (πάλι)!

Για αυτό σας λέω: Ζήτω οι μεταρρυθμίσεις στο ασφαλιστικό! Μπορεί να μας κάνουν τη ζωή πιο εύκολη τελικά, και το σημαντικότερο, να μας κάνουν να εκτιμήσουμε αυτά που πραγματικά αξίζουν στη ζωή. Έστω και με το δύσκολο τρόπο.

Υ.Γ. Για να μην αδικώ κανένα, η κυβέρνηση έχει ήδη εξαγγείλει διάφορες βελτιώσεις στο ΙΚΑ που θα έχουν γίνει μέχρι την ενοποίηση, και προτίθεται και για άλλες ακόμα. Βέβαια, σε όλα γύρω μας συνεχίζουν να αυξάνονται οι τιμές τους. Είδωμεν.



Κυριακή 22 Ιουνίου 2008

Ανέκδοτο: Πως πέθανε ένας πόντιος αρχιεπίσκοπος;

Ο προβοκατόρικος τίτλος είναι αφιερωμένος σε κάποιον που του άρεσαν πολύ τα ανέκδοτα και δε είναι πια μαζί μας. Το παρακάτω κείμενο (όπως και κάποια από αυτά που θα ακολουθήσουν) γράφτηκε πριν κάποιους μήνες. Απλώς τότε δεν είχα όρεξη για κοινοποιήσεις.

Μου έκαναν εντύπωση όλα αυτά που συνέβαιναν γύρω μου τις τελευταίες μέρες του Χριστόδουλου. Οι χυδαίες αφίσες που κολλήσανε κάποιοι σε διάφορα μέρη, η κάλυψη από τα ΜΜΕ, η αντιμετώπιση των πολιτικών, του κλήρου και του λαού. Όταν μίλησα με φίλους που ασχολούνται με περιοδικά, τηλεόραση κτλ. Μου είπαν ούτε λίγο ούτε πολύ ότι αυτό το θέμα δεν το αγγίζει κανείς. Γιατί ρε παιδιά; Ούτε πολιτικά, ούτε κοινωνικά, ούτε τίποτα; Δεν είπα να του κάνετε και αφιέρωμα «έργα και ημέρες» αλλά ούτε μία άποψη; Ώσπου σκέφτηκα το εμπορικό κόστος ενός τέτοιου εγχειρήματος. Η διαφορά με το θάνατο της Αμαλίας Καλυβίνου π.χ. ήταν ότι εκεί κανείς δεν εξέφρασε την άποψη ότι η Αμαλία έπρεπε να πεθάνει. Όλοι τις περισσότερες φορές μηχανικά και ανέξοδα, ήμασταν υπέρ της «καθάρσεως στο ιατρικό και νοσηλευτικό κατεστημένο» οπότε και λίγο πολύ είχαμε την ίδια άποψη σε ένα θέμα που κατά τα άλλα «έκαιγε», ασχέτως εάν τελικά δεν έγινε τίποτα. Και όλα καλά, και όλοι φίλοι. Εδώ όμως κανείς δε θα τολμούσε να πει ένα ναι μεν αλλά, από φόβο μη συνδεθεί με εκείνους που κολλούσαν τις αφίσες, ή κάτι τέτοιο. Οπότε εικόνες, συγκίνηση και αυτό είναι όλο. Κάπως έτσι πρέπει να ορίζονται τα ταμπού. Τελοσπάντων, προσπαθώντας να βγάλω άκρη, έκανα τις εξής σκέψεις.

Στην οργάνωση της εκκλησίας υπάρχουν ιεραρχίες, συμβούλια, παρασυμβούλια, εμπορικές συμφωνίες, μαύροι φάκελοι και ούτω καθεξής. Το κάθε ένα συμβούλιο έχει το δικό του λόγω ύπαρξης, είτε είναι η αρχιεπισκοπή, είτε κάποιο μοναστήρια π.χ. στη Νεμέα, ή στα Ιωάννινα. Παίρνει αποφάσεις κυρίως τα του οίκου τους και αν χρειάζεται παίρνει έγκριση (ή απόρριψη αναλόγως) από τα υψηλότερα κλιμάκια. Επίσης ισχύει και κάτι που στην Ελλάδα είναι θεσμός, το κύρος της παλαιότητας. Που σημαίνει ότι ακόμα και ανώτερος να είναι κάποιος θα σκεφτεί πολύ πριν διατάξει κάποιον παλαιότερο, ακόμα και αν είναι απλός παπάς, ή μοναχός.

Έτσι καταλήγουμε ότι ο ρόλος του Αρχιεπισκόπου είναι κυρίως το φαίνεσαι, και η επικοινωνία γενικότερα, με τον «έξω κόσμο». Οι αποφάσεις παίρνονται από πολλούς ανθρώπους. Φυσικά και η γνώμη του εκάστοτε αρχιεπισκόπου έχει ιδιαίτερο βάρος, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν τον λες αρχηγό με την έννοια του μονάρχη. Όπως επίσης και δεν μπορείς εύκολα να του επιρρίψεις ευθύνες για το παραεμπόριο στο τάδε παρεκκλήσι ή τους βιασμούς ανηλίκων στο δείνα μοναστήρι. Πιθανότατα δε φτάνουν ποτέ στα αυτιά του. Εκτελούσε αποφάσεις ενός συνόλου ανθρώπων και έπαιρνε στην πλάτη του την εικόνα του συνόλου αυτού.

Υιοθέτησε την εικόνα του νεωτεριστή, και ήρθε σε κόντρα τόσο με τους συντηρητικούς από τον ίδιο τον κλήρο όσο και από το ίδιο του το ποίμνιο. Είχε επικοινωνιακό χάρισμα και το χρησιμοποιούσε αρκετά καλά προκειμένου να πετύχει το σκοπό του. Είπε ανέκδοτα, επέτρεψε την οποιαδήποτε εμφάνιση στην εκκλησία, και με προτροπές τύπου “its ok το προγαμιαίο σεξ αρκεί να υπάρχει αγάπη” (μια λέξη σκοινί-κορδόνι) έφερε πολύ κόσμο στην εκκλησία, τον οποίο είχαν απομακρύνει οι αναχρονιστικοί κανόνες και η ξύλινη γλώσσα. Ουδέποτε λειτούργησε με την ταπεινότητα που διδάσκει η Αγία Γραφή, κάτι που φάνηκε ξεκάθαρα από την κίνηση του να μαζέψει υπογραφές για την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες, την πορεία στην πλατεία Συντάγματος που ακολούθησε καθώς και με τις δηλώσεις τύπου «εγώ θα το γράψω στην ταυτότητα με μαρκαδόρο!» στις οποίες και συναινούσε σιωπηλά.

Και σκέφτομαι τώρα:

Εμένα μου ήταν συμπαθής; Όχι φυσικά. Πολλοί λίγοι κληρικοί μου είναι συμπαθείς, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι άγνωστοι, έχουν δεχτεί πολύ πόλεμο από τον υπόλοιπο κλήρο και έχουν μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων που τους αγαπάει γιατί λένε αλήθειες. Ένα παράδειγμα είναι ο Σεβ. Μητροπολίτη Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικόλαος Χατζηνικολάου που κηρύττει τις Τρίτες στην Ανάληψη στο Βύρωνα, ο οποίος μεταξύ άλλων είχε σταματήσει να βγάζει παγκάρι λέγοντας «δε χρειαζόμαστε άλλα λεφτά, έχουμε αρκετά». Όποιος δεν έχει δει τη συνέντευξη που του πήρε η κα Παναγιωταρέα, έχασε!

Δε θα μπορούσε να μου είναι συμπαθής κάποιος που με τη συμπεριφορά του στηρίζει τις ανήθικες αρχές ενός μαγαζιού που εμπορεύεται την ανθρώπινη ελπίδα. Που διαστρεβλώνει το λόγο κάποιου, που καλώς η κακώς μια μερίδα λαού θεωρεί Θεάνθρωπο, κατά το συμφέρον της τσεπούλας του και της αντίστοιχης εξουσίας που ενέχει η όλη διαδικασία. Που δηλώνει μέρος μιας ομάδας που στο παρελθόν δημιούργησε σημαντικά εμπόδια στο διαφωτισμό και στην εξέλιξη της σκέψης και της επιστήμης, και συνεχίζει μέχρι σήμερα. Για να μην αναφέρω το αίμα με το οποίο έχουν βάψει τα χέρια τους.

Αντιπαθής τότε; Ίσως παλιότερα. Και σίγουρα όχι περισσότερο από άλλους αρχιεπισκόπους. Απλώς ανήκουμε σε αντίπαλα στρατόπεδα, με βάση το τι ο καθένας μας ορίζει σωστό ή λάθος. Κι όμως για πολλούς ήταν μισητός και κατάπτυστος. Γιατί όμως ΕΙΔΙΚΑ αυτός;

Εκ πρώτης όψεως φαίνεται να έχει να κάνει με την υποκρισία. Τα δύο επιχειρήματα που άκουγα συχνότερα είχαν να κάνουν με χούντα και ομοφυλοφιλία. Γιατί όμως ειδικά αυτός; Κάτι που είχε ακουστεί περί της... “Μπούλας” αλήθευε; Ποιος ξέρει; Και ποιος νοιάζεται;

Αν θυμάμαι καλά η ΚΥΠ είχε καταγράψει ως ομοφυλόφιλους το 70% των κληρικών επί χούντας. Αποκτά άλλο νόημα το «ή μικρός παντρέψου...». Όλοι τους δηλώνουν πως η ομοφυλοφιλία είναι αμάρτημα, την πολεμάνε, κάποιοι λόγω θέσης δηλώνουν άγαμοι κτλ. Αλλά δεν πτοούνται. Κάποιοι λίγοι μάλιστα κάνουν αντίσταση!

Όσο για τις δηλώσεις επί χούντας αναρωτιέμαι: τι περιμένανε όλοι αυτοί; Δεν ήταν ντε και σώνει μέρος κάποιας κυβέρνησης, αλλά όμως έπρεπε να συνεργάζεται. Για να επιβιώσει. Συνεργάστηκε με τους Οθωμανούς στην Άλωση, με τον όρο να ορίζουν τον αρχιεπίσκοπο. Συνεργάστηκε στη χούντα, στην κατοχή και με τους προύχοντες επί τουρκοκρατίας. Και τα ‘χει πάντα καλά με τις δημοκρατικές κυβερνήσεις, εκτός φυσικά από του Σημίτη που έκανε μια στιγμιαία αντιπολίτευση. Και ξαναρωτάω: Επί χούντας τι περιμένανε; Το μαγαζάκι που μια ζωή πάει τον κόσμο προς τα πίσω, οι συντηρητικότεροι των συντηρητικών, σε μια εποχή που η πλειοψηφία του λαού, δυσανασχετούσε αλλά έκανε μώκο, να ξεκινήσουν αντίσταση με άοπλους ρασοφόρους; Έλεος!

Τελικά γιατί ειδικά αυτόν; Γιατί μας πείραξε ειδικά η δική του υποκρισία; Για τους εξής δύο λόγους:

1ον έχει να κάνει με το κόμπλεξ του μαλάκα. Ο Χριστόδουλος δεν καθόταν ήσυχος. Φαινόταν. Και φώναζε. Και δεν ταίριαζε στη σιωπηλή συμφωνία. «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ» «Και ξέρω ποιος είσαι συ»

«Και ξέρεις ότι ξέρω, πως ξέρεις αυτά που ξέρω. Και έχουμε πει να μη μιλάει κανείς από ένα σημείο και μετά και είμαστε όλοι ωραίοι. Οπότε εσύ τώρα τι μού’ρχεσαι και μου κουνιέσαι μες στα μούτρα μου; Τι με περνάς, για μαλάκα;»

Αυτός είναι ο Έλληνας. Το κόμπλεξ του μαλάκα. Δε τον ενδιαφέρει που έχουμε λερωμένη τη φωλιά μας κι από δω κι από κει, ούτε που ο κόσμος το 'χει τούμπανο κι αυτός κρυφό καμάρι. Μόνο μην υπαινιχτείς ότι είναι μαλάκας... Και φυσικά κανείς δεν αναρωτήθηκε ποιος του 'δωσε το πάτημα και το θάρρος να φωνάζει και να υποκρίνεται ο πρώην αρχιεπίσκοπος κατά αυτόν τον τρόπο. Ή πιο σωστά, αναρωτήθηκε, κι επειδή δε του άρεσε η απάντηση συνέχισε να τα ρίχνει στον αρχιεπίσκοπο. Σωστά: καλύτερα να φταίει ο παλιοϋποκριτής, παρά εμείς. Έτσι δεν είναι; Ε;

2ον έχει να κάνει με τον ρόλο που διεκδίκησε ο Χριστόδουλος. Έκανε πολιτική και έδωσε βήμα σε μια πολύ μεγάλη μερίδα «ελληνορθόδοξων» (εντός, αλλά και εκτός εισαγωγικών). Τους μάζεψε, τους ένωσε, τους έδωσε φωνή και μας θύμισε ότι υπάρχουν. Μαζί τους είχε άποψη για το κοινωνικό και πολιτικό μας γίγνεσθαι, πολέμησε την «αγαπημένη» μας Ευρώπη, διεκδίκησε πολιτική εξουσία, και πίεσε για την εφαρμογή τροποποίηση, ή και κατάργηση νόμων του κράτους. Κι ας έπαιρνε η μπάλα και όλους εμάς που δεν τον «ψηφίσαμε» Που όπως και να το κάνεις είμαστε περισσότεροι, αλλά ανενεργοί.

Το πρόβλημα όμως δεν ήταν ποτέ αυτός. Ήταν η παιδεία μας που πλάθει ανθρώπους με ακραίες απόψεις, όποια και αν είναι τα άκρα. Και η αδράνεια μας που τους δίνει ισχύ. Δεν ήταν η κακοφορμισμένη πληγή, ήταν το πύον που έφερε τη οσμή της εθνικής μας σαπίλας και μας ανάγκασε να την προσέξουμε. Κι όπως ξέρουμε όλοι, ο Ελληνάρας δε γουστάρει να τον αναγκάζει κανείς. Ουγκ!

Το ζητούμενο λοιπόν δεν είναι η ζωή και το τέλος ενός (ακόμα) ανθρώπου, αλλά η συμπεριφορά της κοινωνίας μας. Δεν είχα κάτι ειδικά μαζί του, γιατί ξέρω ότι το παιχνίδι του θύτη και του θύματος θέλει δύο. Και αφού η κοινωνία μας γουστάρει να πληρώνει τις εύκολες λύσεις που τις προσφέρονται τόσο ακριβά, και όλοι οι υπόλοιποι να κάνουν τα στραβά μάτια, θα ταν υποκριτικό να κατηγορώ μόνο τους παπάδες και να αφήνω απ' έξω το ποίμνιο. Απλώς ήμασταν αντίπαλοι στο παιχνιδάκι της ζωής, λόγω διαφορετικής ηθικής και αντίληψης των πραγμάτων.

Και ναι ήταν καλός αντίπαλος!

Κλείνοντας μου’ρθε η σκηνή από έναν άλλο παπά. Όταν ο Παπαφλέσσας μπήκε στη μάχη ξέροντας ότι θα πεθάνει (αφού η «άρχοντες» δεν ενέκριναν την αίτηση για αμνηστία στον Κολοκοτρώνη) έγινε το εξής: η μάχη τέλειωσε χωρίς να μείνει ούτε ένας ζωντανός Έλληνας. Τότε ο Ιμπραήμ πασάς τον έπλυνε, τον έδεσε σε ένα δέντρο, κι αφού τον κοίταζε κάμποση ώρα, τον φίλησε και είπε: «Αν είχαν άλλους δέκα τέτοιους οι Έλληνες, δε θα κερδίζαμε τη μάχη»

Έτσι είπε ο Αιγύπτιος. Εγώ μάλλον δε θα το φίλαγα στο φέρετρο (εννοείται πως δεν πήγα στο πανηγύρι) αλλά σίγουρα άμα είχαμε άλλους δέκα τέτοιους, θα είχαμε βυθιστεί σα χώρα στο μαύρο σκοτάδι. Και τους άξιους εχθρούς σου πρέπει να τους σέβεσαι, γιατί μόνο αυτοί θα σου δείξουν σε τι σκατά είσαι ήδη χωμένος.

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2008

Στα δυο παιχνίδια το ένα δώρο

Το πρώτο παιχνίδι ονομάζεται 123 (6-7-8). Δεν υπάρχει λόγος πια να κάτσω να εξηγήσω τους κανόνες αφού έτσι κι αλλιώς θα τους κατακρεουργήσω πάλι. Όποιος έχει την κάψα το λινκ παρ’κάτ’.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι πλέον με έχουν μάθει όλοι τι spoiler είμαι και ακόμα και όταν με φωνάζουν να παίξω λένε κάτι σαν «προσθέτω και τον ALittleWhisper, ως εξαίρεση και επιβεβαίωση του “πιστά”!».

Το παρακάτω απόσπασμα είναι από το βιβλίο «Έναν καφέ για το Σωκράτη» από την σελίδα 159 που μου έκανε μία αριθμητική ισορροπία την οποία φυσικά δε θα εξηγήσω για να μη χαθεί το μυστήριο. Όπως επίσης και το γιατί προσέθεσα λίγο (περισσότερο) από την 158. Γιατί έτσι. Τσου ρε.

Έκτη σειρά και πάμε:

“Πάντως, έτσι γεννήθηκε η φιλοσοφία. Δε γεννήθηκε, όπως αρέσει σε μερικούς να λένε σήμερα, στους κόλπους των φιλοσοφικών συστημάτων των προσωκρατικών· γεννήθηκε από την εναντίωση σε αυτά. Οι θεωρίες για τον κόσμο των αρχαίων Ελλήνων διανοητών αντιστοιχούν στις θεωρίες των επιστημόνων μας. Δεν ανταποκρίνονται στον προορισμό της φιλοσοφίας. Αντιτίθενται στις λαϊκές θρησκευτικές πεποιθήσεις, στις προλήψεις και τις δεισιδαιμονίες που συντηρούν οι ιερείς, αλλά δε θέτουν ερωτήματα· απαντούν. Τα φιλοσοφικά συστήματα των προσωκρατικών είναι πρότυπα που προσπαθούν να κατανοήσουν την πραγματικότητα καλύτερα από τους παραδοσιακούς μύθους. Αλλά τοποθετούνται με τη σειρά τους από τη μεριά της απάντησης. Η φιλοσοφία τοποθετείται εξ ολοκλήρου από τη μεριά της ερώτησης. [...]

Στην επόμενη σελίδα:

“[...] Η ανθρώπινη λογική έκανε θαύματα για τα πιο απομακρυσμένα πράγματα, τα πέραν των δυνάμεων της, τα λιγότερο απτά, αντικαθιστούσε χωρίς δυσκολία τους αρχαίους μύθους με κάποιες απλές ερμηνείες, αλλά ήταν ανίκανη να συλλάβει τα πιο κοντινά πράγματα, που αφορούσαν τον άνθρωπο και τα πάθη του. Ο Σωκράτης δεν παραδέχτηκε αυτή τη δυσαρμονία. Αρνήθηκε να θεωρήσει αυτό τον παραλογισμό σαν κάτι κανονικό. Αρνήθηκε να υποταχτεί. Πρότεινε στους συμπολίτες του την από κοινού θέση ερωτημάτων για να κατανοήσουν το γίγνεσθαι της πόλης και, ποιος ξέρει, να κυριαρχήσουν ίσως πάνω σε αυτό. Έτσι γεννήθηκε αυτό που ονομάζουμε έκτοτε, «φιλοσοφία». Φιλοσοφία είναι να θέτεις ερωτήματα, ώστε να δοθούν σωστές απαντήσεις. Η φιλοσοφία δε δέχεται ούτε τις θρησκευτικές προκαταλήψεις, που προσφέρουν μαγικές εξηγήσεις σε ό,τι ξεπερνά την κοινή νοημοσύνη, ούτε τα επιστημονικά μοντέλα που ισχυρίζονται ότι τις ξεπερνούν. Βρίσκεται πάντα μέσα στην ερώτηση και ποτέ μέσα στην απάντηση. Οι απαντήσεις πλεονάζουν. Το πρόβλημα είναι να μάθουμε τι αξίζουν.

Ω φαιδρή καθημερινότητα...

Το δεύτερο παιχνίδι ήταν μια πρόσκληση από την Πετρούλα η οποία ζητούσε μερικές από τις καθημερινές μου συνήθειες. Επειδή οι «καθημερινές» μου συνήθειες τα τελευταία χρόνια αλλάζουν από καιρό σε καιρό, με όχι ευχάριστα πάντα αποτελέσματα, θα γυρίσω λίγα χρόνια πίσω, όταν ζούσα στο χωριό, για να ‘χει και μια δόση νοσταλγίας.

Κάθε πρωί που σηκωνόμουν, μετά τα φρουτάκια μου είτε σε χυμό είτε σε φρουτοσαλάτα, ξεκίναγα και περπατούσα μερικά τετράγωνα μέχρι τη γιαγιάκα που εκτελούσε χρέη φούρναρη στο χωριό και έπαιρνα ένα καυτό φρέσκο μισόκιλο.

Ναι καλά καταλάβατε, έχω ερωτική σχέση με το πρωινό!

Όταν δεν είχα δουλειά, έβαζα μουσική στον Η/Υ αφού το ραδιοφωνάκι σπάνια έπιανε κάτι καλό εκεί πάνω στα βουνά, και απολάμβανα τη φραπεδιά μέχρι το μεσημέρι, διαβάζοντας εφημερίδα ή κάνα βιβλίο.

Κοιμόμουν πάντοτε (ακόμα το κάνω) με το παράθυρο σε ανάκλιση, ακόμα και στους -20οC. Το κρύο το μπορώ (και τη ζέστη), το στεγνό αέρα όχι. Ειδικά στον ύπνο.

Τώρα δεν ξέρω σε ποιόν χρησιμεύουν όλα αυτά, αλλά αφού μου τα ζητήσατε, πάρτε τα να μη σας τα χρωστάω! :)

Εφόσον πια τελειώσαν σχεδόν όλες εκείνες οι υποχρεώσεις που είχα, με τα συμπαρομαρτούντα, καιρός να μπούμε σε ένα καινούριο στάδιο, αφού παράλληλα ξεχρεώσω κάποιες υποσχέσεις, και εδώ μέσα, αλλά και αλλού. Περισσότερα στοιχεία για το τι και πως, καθώς και για την αλλαγή του λογότυπου, σε ένα editorial που θα ‘ρθει αργά ή γρήγορα.

Σάββατο 7 Ιουνίου 2008

Μαθήματα νεκροφαγίας

Πριν λίγες μέρες πέθανε ο ηθοποιός Νίκος Σεργιανόπουλος. Όπως γίνεται πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις τα ΜΜΕ στήσαν φαγοπότι πάνω από το πτώμα του. Αυτό είναι μεν βδελυρό αλλά δυστυχώς, συνηθισμένο.

Συνέβη όμως και κάτι άλλο πολύ αστείο. Εμφανίστηκαν ένα σωρό κύριοι και κυρίες οι οποίοι στα blog τους, και δεν ξέρω που αλλού, καταγγείλαν με δριμείς χαρακτηρισμούς αυτή την αθλιότητα των Ελλήνων δημοσιοκάφρων, οι οποίοι είπαν ότι ο κ. Σεργιανόπουλος μπλαμπλαμπλα... Και ουσιαστικά αυτό που κάνουν όλοι αυτοί τις τελευταίες μέρες, είναι να αναπαράγουν αυτή ακριβώς την είδηση με όλες αυτές τις λεπτομέρειες τις οποίες καταγγέλλουν. Συγχαρητήρια! Καταφέρατε ακόμα και αυτοί - οι λίγοι δυστυχώς – που δεν βλέπουν τηλεόραση ή τουλάχιστον κάνουν κάποιες επιλογές όσον αφορά την ενημέρωσή τους, να μάθουν την εν λόγω είδηση από εσάς με όλες τις λεπτομέρειες τις οποίες αφορούν τον ιδιωτικό βίο αυτού του ανθρώπου. Τις οποίες ουδέποτε παραδέχτηκε διότι πολύ απλά, δε γούσταρε να κοινοποιήσει. Και στην τελική, γούστο του-καπέλο του.

Αυτό τον κύριο έχει τύχει να τον τρακάρω αρκετές φορές στον ανελκυστήρα της παλιάς του οικίας. Είναι αυτό που λέμε ανθρωπάκι. Ήθελε την ησυχία του. Και ήταν παραπάνω από προφανές ότι δε συμβιβάστηκε ποτέ με κάποιες επιλογές του. Διότι ακόμα και την εποχή που δεν τον ήξερε κανένας, προσπαθούσε τόσο έντονα να τις διαψεύσει, και με τόσο αφελείς τρόπους, που τελικά καρφωνόταν μόνος του. Και βέβαια προκαλούσε το γέλιο , στην αρχή τουλάχιστον, στους γνωστούς του. Δηλαδή τους γείτονες, τον περιπτερά, το μανάβη κτλ. Μετά και αυτοί πάψαν να ασχολούνται μαζί του διότι απλώς βαρέθηκαν. Και στην τελική δεν ενοχλούσε κανέναν, ίσως μόνο τον εαυτό του. Χαριτολογώντας, θα τον παρομοίαζα ίσως με τον Μάικλ Τζάκσον, που προσπαθώντας να “κρύψει τη μαυρίλα του” κατέληξε να του πέφτει η μύτη.

Το παραπάνω το αναφέρω για δυο λόγους: Πρώτον γιατί είναι μια δική μου εντύπωση που μου δημιουργήθηκε με δική ΤΟΥ προσπάθεια, και σε καμιά περίπτωση ΔΕΝ αναφέρεται στις όποιες επιλογές του. Ούτε καν περιφραστικά. Και διότι η δική μου άποψη και μάλιστα για κάτι που δεν είδα να αναφέρεται πουθενά αλλού, δεν αποτελεί τεκμήριο σε κάτι. Είναι απλά η άποψή μου. Δεύτερον, διότι έρχεται σε ευθεία αντιπαράθεση με το «αγιοποιητικό» κείμενο του κύριου Ξυδάκη, για τον οποίο λέει ότι «ήταν αφοπλιστικά ειλικρινής, γυμνός, άοπλος, ανασφαλής, σε ένα λαμπερό σκηνικό που τρέφεται με υποκρισία και σάρκες». Αυτό το τελευταίο το κρατάω για αργότερα.

Πρέπει όμως να αναφέρω και κάτι ακόμα. Ποτέ δεν έπεσε στην αντίληψη μου οτι ήταν από τους τύπους που θα τηλεφωνούσαν στους δημοσιογράφους και θα λέγαν ότι: «άμα έρθετε εκεί την τάδε ώρα θα με πετύχετε “εντελώς τυχαία” να κάνω αυτό και εκείνο και το άλλο...» Τουναντίον πολύ σπάνια ακουγόταν κάτι για αυτόν και σίγουρα όχι με δική του πρωτοβουλία. Αυτό για μένα ήταν υπέρ του.

Αυτές τις μέρες όμως αναφέρθηκε το όνομα του δίπλα σε άλλους εκλιπόντες οι οποίοι για πολλούς χάραξαν ιστορία στο χώρο της τέχνης. Αυτός όμως ήταν ένας ηθοποιός που χρωστάει τα πάντα σε δύο σεναριογράφους οι οποίοι του έγραψαν έξυπνους διαλόγους και τον βάλαν ανα τρείς ατάκες να γκαρίζει, στην γνωστή σειρά «δύο ξένοι» πριν από αυτό (που συνέβη στα 40κάτι του) δεν είχε κάποια ιδιαίτερη φήμη. Μετά αντίθετα καθιερώθηκε το όνομά του και παρόλο που δεν φάνηκε να ανταποκρίνεται στο ρόλο του κωμικού ξανά, έβρισκε σταθερά δουλειά κάθε χρόνο παίζοντας ακριβώς τον ίδιο ρόλο σε διαφορετικές παραγωγές μέχρι το τέλος της ζωής του. Το καλύτερο πράγμα που μπορεί να του παραδεχτεί κάποιος ήταν το ιδιαίτερα γοητευτικό βλέμμα του, το οποίο του έδινε ένα σημαντικό προβάδισμα στην ερμηνεία του ρόλου που όπως είπα πριν, ερμήνευσε πολλάκις στην ελληνική τηλεόραση. Τίποτα όμως το ιδιαίτερο μέχρι εδώ. Τι σχέση έχει λοιπόν με τα ονόματα δίπλα στα οποία αναφέρθηκε; Γιατί δεν παρομοιάστηκε απλά με κάποιον που κάποιος τον μαχαίρωσε κάμποσες φορές; Τον Τάκη από το δίπλα μπακάλικο ας πούμε;

Διότι κάποιοι θέλανε να είναι πολιτικά ορθοί και για να μας κάνουν επίδειξη των γνώσεων τους επέλεξαν επίτηδες κάποια άτομα οι οποίοι υποτίθεται πως είχαν κάποιες ιδιαιτερότητες - αν θέλετε – κοινές με τον κύριο Σεργιανόπουλο. Η διαφορά όμως είναι ουσιαστική. Αυτός ουδέποτε τις παραδέχτηκε. Εκείνοι τις διατυμπάνισαν, ο καθείς με τον τρόπο του.

Οπότε το μόνο που μπορώ να υποθέσω είναι το εξής. Το θέμα είναι, να ακουστεί το όνομα του. Πολύ περισσότερο από ότι το άξιζε καλλιτεχνικά κατά τη γνώμη μου. Να ακουστεί είτε με κίτρινο ρεπορτάζ είτε (σπανιότερα) με αγιοποιητικά άρθρα όπως το προαναφερθέν. Γιατί τελικά ο σκοπός μάλλον είναι να φτιάξουμε ένα μύθο μέσα από υπερβολές και να πουλήσουμε το όνομα του μετά το θάνατό του. Ίσως πολύ περισσότερο από ότι θα το πουλάγαμε αν αυτός ο μέτριος ηθοποιός που απέφευγε συστηματικά τα media ήταν σήμερα ζωντανός.

Δε θέλω να μιλήσω άλλο για αυτόν. Το θέμα έχει τραβηχτεί όσο δεν πάει. Θα μείνω όμως σε αυτό που με ενδιαφέρει. Σε όλους αυτούς που – άθελα τους κάποιοι – παίξαν το παιχνίδι τους. Που κοινοποιήσαν την κίτρινη (λόγω τρόπου εκφοράς) είδηση, «καταγγέλλοντας», όπως οι ίδιοι ισχυρίζονται, όλους αυτούς που... βγάλαν την είδηση! Και ας μην κάνουν καν τον κόπο να πουν ότι δεν το είπαν ευθέως. Διότι το είπαν με τουλάχιστον 4-5 εξώφθαλμους τρόπους περιφραστικά. Μπράβο σας! Κλαπ, κλαπ! Τι όμορφα που κρύβεστε πίσω από το δάχτυλο σας!

Κάποιοι το έκαναν από καθαρή βλακεία. Κάποιοι από υποκρισία. Κάποιοι από σκοπιμότητα και κάποιοι από παρορμητισμό. Εγώ όμως το μεγαλύτερο ποσοστό του προβλήματος, το εντοπίζω αλλού. Στο ότι η αρρώστια της κοινωνίας ο κανιβαλισμός και η νεκροφαγία, έχει εισχωρήσει τόσο βαθιά στο DNA μας που πλέον αδυνατούμε να αναγνωρίσουμε τα συμπτώματά της στον ίδιο μας τον εαυτό.

Σημείωση 1η: Στο παραπάνω κείμενο δεν υπάρχει τίποτα που να αναφέρεται ευθέως ή πλαγίως σε συγκεκριμένες επιλογές του κυρίου αυτού. Και γενικότερα κάτι από την ιδιωτική του ζωή, που ο ίδιος να μην ήθελε να φανεί. Μόνο την τάση του για βλακείες , που όμως είναι εκείνος υπεύθυνος, και πάλι όμως με τρόπο που να μην οδηγεί το μέσο αναγνώστη σε κάτι συγκεκριμένο. Γιατί δεν έχει καμία σημασία αν ακόμα και οι εννιά στους δέκα μπορεί να ξέρουν γιατί πράγμα μιλάμε. Σημασία έχει και ο ένας, καθώς και η πρακτική η οποία, αν τηρηθεί σωστά, την επόμενη φορά (που δυστυχώς θα υπάρξει) το ποσοστό θα είναι μικρότερο. Αυτό κύριοι είναι ΣΕΒΑΣΜΟΣ! Και το μάθημα είναι δωρεάν.

Σημείωση 2η: Το είχε πει νομίζω ο Νίτσε. «Ο θάνατος ενός είναι τραγωδία. Ο θάνατος χιλιάδων, στατιστική.» Πόσες μέρες έχουν περάσει από το σεισμό στην Κίνα; Πόσες χιλιάδες ήταν οι νεκροί; Για πόσο καιρό μετά «έπαιξε» η είδηση; Αυτά, σαν άσκηση για το σπίτι.

Καληνύχτα σας.


"The Fight Song"

Nothing suffocates you more than
the passing of everyday human events
Isolation is the oxygen mask you make
your children breath into survive

But I'm not a slave to a god
that doesn't exist
But I'm not a slave to a world
that doesn't give a shit

And when we were good
you just closed you eyes
So when we are bad
we'll scar your minds

fight, fight, fight, fight

You'll never grow up to be a big-
rock-star-celebrated-victim-of-your-fame
They'll just cut our wrists like
cheap coupons and say that death
was on sale today

And when we were good
you just closed you eyes
So when we are bad
we'll scar your minds

But I'm not a slave to a god
that doesn't exist
But I'm not a slave to a world
that doesn't give a shit

the death of one is a tragedy
the death of one is a tragedy
the death of one is a tragedy
but death of a million is just a statistic