Με ένα ποίημα ενός έλληνα ποιητή αν κατάλαβα καλά.
Παρόλα αυτά δε θα μπορούσα να μην τους κατακρεουργήσω, όπως κάνω και σε όλα τα μπλογκοπαίχνιδα εξάλλου!
Οπότε 1ον, αντιστέκομαι στον ίδιο τον άνθρωπο, πηγή όλων των κακών – αλλά και καλών, αν και εδώ δε μας ενδιαφέρει αυτό! :ο)
2ον εφτιαξα πρόχειρα κι ενα δικό μου μαζί με κάποιους στίχους του Παύλου από τους TravelMindSyndrome (5 στο σύνολο αντί για ένα ποίημα)
3ον φυσικά δε θα μπορούσα να αποφύγω στίχους μουσικούς, για όσους με ξερετε αρκετό καιρό.
Και 4ον όοοολα μα όλα στα εγγλέζικα! Άντε βγάλε άκρη δηλαδή...
Απλά φρόντισα να δένουν... κάπως!
Ελπίζω να διασκεδάσει τους προηγούμενους και τους επόμενους, αλλιώς δεν έχει νόημα!
(alittlewhisper + Pavlos)
Voices are calling from my empty dreams
All that occurs now is not what it seems
The light of my hopes is really just fainted glims
Just hear me out!
There’ll be no more lying about
Tell me the truth now
Just hear me out!
Don’t want to fight and shout
All this time I was in doubt…
Between the lines of my story
There is no glory
Between the lines of my life
There is no pride
I have no more distance left to run
Than the one
That goes to the sun
Everytime I try to feel
I find myself bow down and kneel
Everytime I try to rise I’m flirting with disaster
So I dig inside my inner self to find my long-gone master
(Metalica)
Master of puppets I’m pulling your strings Twisting your mind and smashing your dreams Blinded by me, you cant see a thing Just call my name, `cause Ill hear you scream
(Arthur Rimbaud)
And the puppets, shaken about, entwine their thin arms; their breasts pierced with light, like black organ-pipes - which once gentle ladies pressed to their own - jostle together protractedly in hideous love-making.
Hurray! The gay dancers, you whose bellies are gone! You can cut capers on such a long stage! Hop! Never mind whether it's fighting or dancing! - Beelzebub, maddened, saws on his fiddles! Oh the hard heels! No one's pumps are wearing out! And nearly all have taken off their shirts of skins; the rest is not embarrassing and all can be seen without shame.
(the doors)
This is the end Beautiful friend This is the end My only friend, the end
Of our elaborate plans, the end Of everything that stands, the end No safety or surprise, the end Ill never look into your eyes...again
Can you picture what will be So limitless and free Desperately in need...of some...strangers hand In a...desperate land
…………………….
It hurts to set you free But you’ll never follow me The end of laughter and soft lies The end of nights we tried to die
(Edgar Allan Poe)
Presently my soul grew stronger; hesitating then no longer, `Sir,' said I, `or Madam, truly your forgiveness I implore; But the fact is I was napping, and so gently you came rapping, And so faintly you came tapping, tapping at my chamber door, That I scarce was sure I heard you' - here I opened wide the door; - Darkness there, and nothing more.
Deep into that darkness peering, long I stood there wondering, fearing, Doubting, dreaming dreams no mortal ever dared to dream before But the silence was unbroken, and the darkness gave no token, And the only word there spoken was the whispered word, `Lenore!' This I whispered, and an echo murmured back the word, `Lenore!' Merely this and nothing more.
Οοοοπότε και ‘γω με τη σειρά μου καλώ από αυτούς που έμειναν
Είχα κι άλλους στο μυαλό αλλάμη το χέσουμε και τελείως!
Όχι ότι κι αν δε το συνεχίσουν έγινε τίποτα, λέμε τώρα!
(Κι ένα κατάμαυρο τραγουδάκι, έτσι γιατί δεν άντεξα στον πειρασμό!)
Listen to me now No words, I can say, can describe How I hate your fucking face And do you hear me now You stole my soul with your lies Your killing zone's where I lie There you watched me die
You fucken suck
Can you see yourself I lie in my bed Fantasizing your death Here I lie Can you see yourself And how do you sleep with what you are? What you turned out to be Fuck you, kill yourself
You fucken suck
Liar you know I do I wish you well Liar I died for you I wish you well in hell ...in hell
Είναι η γκρίζα διακόσμηση της καθημερινότητάς μου. Όλοι αυτοί που δε χαμογελάνε έξω στο δρόμο.
Ακόμα και στις γιορτές.
Ανησυχία στα χλωμά πρόσωπά τους. Μια γκρίζα κουρασμένη μάσκα ακόμα και στις 8 το πρωι. Ακόμα και οι καλικάντζαροι τους παράτησαν και φύγαν. Τους τσιμπούσαν τις ψυχές επι ματαίω, γιατί τα νύχια τους δε φτάναν κάτω από τη μάκα. Ήταν καιρό άπλυτοι και τα συναισθήματά τους θολά.
Έπρεπε να 'σουν εκεί να τους έβλεπες προχτές, πως φοβόντουσαν τη βροχή. Γιατί η βροχή καθαρίζει. Και η βρώμα που μένει καιρό, κολνάει στο δέρμα, και μετά τσούζει όταν την τραβάς.
Στραβοκοιτιούνται μεταξύ τους γιατι κάθε ένας εκεί έξω μπορεί να τους έχει πάρει αυτό που τους λείπει. Η να τους πάρει ότι τους απέμεινε. Ένα μεγάλο αραβικό παζάρι εικονικής ιδιοκτησίας οπου τίποτα δεν είναι μονιμότερο του προσωρινού και τίποτα δε σε ακολουθάει στον τάφο. Oύτε καν το σώμα σου, που ξοδεύεις τόση ψυχή για να το συντηρήσεις. Και το χειρότερο είναι ότι κανείς δεν ξέρει που είναι η καταραμένη μαιμού που κλέβει τα πορτοκάλια!
Όλα είναι άμμος που γλιστρά ανάμεσα στα δάχτυλα και όλοι ονειρεύονται με αυτήν να χτίσουν σπίτι. Και που και που πως να σκοτώσουν τον ευτυχισμένο που κοιμάται στην παραλία. Γιατί δεν άκουσε τον Πλάτωνα και το σώμα του, ξαπλωμένο φωνάζει, ότι απέναντι από το θέατρο σκιών υπάρχει ένας κόσμος με χρώματα. Αλλά για να τον δεις, πρέπει να μάτια σου να συνηθίσουν τον ήλιο, και αυτή η κίτρινη αηδία καίει, τσούζει τη συνείδηση.
Γιατι έχει η ηθική τους μια πληγή και το φως την καυτηριάζει. Αλλά το πύον έχει γλυκιά γεύση και το παυσίπονο είναι ήδη στη χούφτα και σου χαμογελάει. Λέγεται χρήμα και έχει ένα πρόβλημα για κάθε σου λύση. Αλλά ρωτάει ωραία το άτιμο!
Είναι η λύση για όλα σου τα "ήθελα" που μετά θα γίνουν ντεμοντέ γιατί ποτέ δεν υπήρξαν. Βουλώνει τα μάτια σου με ζαχαρίνη για να είσαι τόσο σίγουρος ότι είναι γλυκιά που να ξεχνάς ότι τσούζει. Για να γεννάει επιθυμίες πιο γρήγορα από την αντίληψη της ηδονής σου, ώστε να φας τουλάχιστον δεκα πάστες πριν καταλάβεις ότι η σοκολάτα σου φέρνει αναγούλα. Κοιμίζει τα αντανακλαστικά σου για να γελάς με τα εμετικά. Και πονάει όταν λείπει για να μη σκέφτεσαι τι έλειπε πριν.
"Τι κοινό έχει η περίοδος με το μισθό;"
"Έρχονται μια φορά το μήνα, κρατάνε 5 μέρες και μετά αρχίζουν τα γαμήσια!"
Διότι πρέπει να πάρεις τον καφέ έτοιμο, και να τον πληρώσεις όσο κάνει το κουτί ολόκληρο. Πρέπει να πληρώνεις για να γεμίζεις το χρόνο σου χωρίς να διασκεδάζεις. Και να κλαις που δεν έχεις να φας, για να δώσεις τροφή στην κακία σου απέναντι σε όσους έχουν. Και με κοιτάς στραβά, που σε κοιτάω στραβά, επειδή κοιτάς στραβά τις τιμές στη βιτρίνα στην ερμού, διότι και αυτές σε κοιτάνε στραβά. Και γυρίζεις πίσω να βρεις κάτι άλλο να κοιτάξεις , και κοιτάς στραβά το βρετανό που τραγουδάει το Stairway to Heaven. Και θες να τον σκοτώσεις γιατί ζητάει λεφτά και είναι χαρούμενος. Και θα 'πρεπε να υπάρχει νόμος που να το απαγορεύει αυτό. Πουτάνα κοινωνία!
Και όλοι δουλεύουν σε άθλιες συνθήκες, ειδικά αν μετρήσεις για δουλειά από την ώρα που σηκώνονται μέχρι την ώρα που κοιμούνται, γιατί ότι σε κουράζει είναι δουλειά - κι αυτούς τους κουράζει η ζωή.
Κι αν ακόμα οι μισοί πεθαίνουν από Καρκίνο Καρδιά Εγκεφαλικό, δε ακούν ποτέ το Κ.Κ.Ε. κι όταν βγαίνουν στους δρόμους ζητάνε λεφτά. Γιατί όσο περισσότερα πάρουν, τόσο πιο γρήγορα θα τους τα επιστρέψουν κι ακόμα πιο γρήγορα θα πεθάνουν. Αλλά σημασία έχει ότι έστω και για μια στιγμή περάσαν από τα χέρια τους και συμπληρώσαν την αξία που τους λείπει.
Και ζήτω το κίνο! Γιατί τίποτα δεν αξίζει τόσο όσο το να γεννιέσαι και να πεθαίνεις κάθε πεντε λεπτά, ενώ γύρω σου δεν αλλάζει τίποτα.
*Πριν κάποια χρόνια στόλιζα μπάρες με ποτήρια χρωματιστά μέχρι τη μέση, για να συμφιλιώνω ελαττωματικές ψυχές με κοινότοπες ιστορίες. Μετά τις τρείς φορές που βλέπαν πίσω από τα ποτηρια τους, οι συσκευασίες των προβλημάτων τους είχαν όλες το ίδιο χαρτί, και αυτοί δηλώναν στο ληξιαρχείο το ίδιο επώνυμο.
"Τι έχεις και μου 'σαι έτσι σήμερα;" ρώτησα.
"Ά, ρε φίλε... ξέρεις τι θα 'κανα άμα κέρδιζα αύριο τους αριθμούς;"
"Όχι αλλά θέλω να μάθω!"
"Θα έπαιρνα σπίτι, αλλά όχι... όχι εδώ! σκοτίστικα αν θα μαι κοντά στη δουλειά! Στη χαλκιδική! Αλλά ούτε κι εκεί, θα χει κόσμο τα Σαββατοκύριακα! Και αμάξι! Απ' αυτά που καινε πολύ βενζίνα! Και θα πήγαινα ταξίδια! Στην Αυστραλία! Αλλά όχι... όχι εκεί, έχει μεγάλα κουνούπια! Στον Καναδά! Αλλά όχι...όχι...θα...όχι...θα..."
"Άστο ρε Χάρη! Χέσ'το ρε αγόρι μου! Γυαλίζει ο μάτης σου! Ακόμα δεν τα πήρες κι αγχώθηκες! Δεν είναι για σένα αυτά... έχεις και δυο παιδιά! Καλά δεν είμαστε εδώ που τα λέμε ωραία, και πίνουμε και τα ποτάκια μας; Για αυτό σου λέω, άστο να πάει στον κόρακα,δεν είναι για μας αυτά!"
"Άντε, και το επόμενο κερασμένο από μένα. Μόνο μια χάρη θέλω, Χάρη μου: Να χαρείς, πάρε από μπροστά μου αυτό το joker και κρύψ'το, γιατί δε λέει καθόλου καλά αστεία!"
I see a rainbow in the sky So many colors and the light I see the world and I see all the people How they're running all the time
I see your shadow over me Then in my ears I hear a symphony I see the world and I see all the people What they are doing what they need
They need a million and a billion And your money too They need a million and a billion And your money too
I feel fine though I realize That I don't need the million They are all poor
I feel fine though I have eyes To see my world and all it skits on ice
7 η ώρα. Σκοτείνιασε ήδη. Πλάκα πλάκα χειμώνιασε. Πέρασαν οι μέρες... Ποιες μέρες; Μήνες! Και δεν πήρε χαμπάρι. Πότε ήταν όταν ξεκίνησε τα ταξίδια; ούτε που θυμάται. "Γέρασα" σκέφτηκε. "Έκλεισα φέτος τα 37!" είπε και γέλαγε μόνος του. Δε ένιωθε κάποια ανάγκη να διακωμωδήσει την κατάστασή του, του έβγαινε τελείως φυσικά.
Το μεσημέρι είχε αράξει σε ένα καφενείο - ουζερί από αυτά που βρίσκονται πάνω στην εθνική οδό. όπως πάντα, αργά ή γρήγορα, θα έπιανε κουβέντα με κάποιον νταλικέρη. θα τον κερνούσε κάνα δυο ποτηράκια και μετά θα έμπαινε μαζί του στην νταλίκα και όπου τον βγάλει ο δρόμος. Προτιμούσε τα χωριά, αλλά είχε μείνει και σε αρκετές πόλεις. Έμενε κάποιες μέρες, συνήθως φιλοξενούμενος σε σπίτια, σε ανθρώπους που γνώριζε εκείνη τη μέρα. Είχε λεφτά για να νοικιάσει και δωμάτιο, πολλές φορές το 'κανε κι αυτό. Η αναπηρική του σύνταξη ήταν υπεραρκετή Αλλά προτιμούσε να χαλάει τα λεφτά του σε κεράσματα και δώρα. Πολλές φορές άφηνε και μερικά χαρτονομίσματα κάτω από το μαξιλάρι που κοιμόταν, πριν φύγει από το σπίτι που έμενε.
Αυτή ήταν η ζωή του τους τελευταίους μήνες. Βόλτες, καφενεία και άραγμα στις πλατείες. Και πολλά άλλα πράγματα ανάλογα το μέρος που βρισκόταν. Γνώριζε κόσμο και αφηνόταν στις συζητήσεις μαζί τους. Ήταν ανοιχτός στις προτάσεις τους. Λαρισαίος στη Λάρισα και Κρητικός στην Κρήτη. Ήταν για αυτόν οι προσωρινοί του φίλοι, τα εφήμερα αδέρφια του. Οι ερωμένες του, ήταν σύζυγοι του για μια βδομάδα. Ζούσε τη στιγμή. Μόνο αυτό είχε σημασία.
Κάθε φορά συστηνόταν με διαφορετικό όνομα όπου πήγαινε. Δεν τον ενδιέφερε η υστεροφημία. Αντιθέτως ήθελε να την αποφύγει. Είχε τόσο υποφέρει από αυτήν. Από τη σημασία που της είχε ο ίδιος δώσει. Και οι γύρω του. Οι πρώην αγαπημένοι του φίλοι, συγγενείς, κτλ. Δεν ήθελε κανείς ποτέ να συνδυάσει το όνομά του με πράξεις και καταστάσεις. Ήθελε όπου πήγαινε, ή ζωή του να αρχίζει τη στιγμή που θα πατήσει το πόδι του και να τελειώνει όταν φεύγει. Μαζί με το όνομά του πολλές φορές άλλαζε την εμφάνιση, τα μαλλιά, τα μούσια... ακόμα και το χαρακτήρα του. Γινόταν άλλος άνθρωπος. Ακολουθούσε το ρεύμα και τις καταστάσεις. Ήταν κι αυτό ένα κομμάτι εξάλλου του "αφήνομαι στη ζωή κι όπου με πάει". Δεν ήθελε περιορισμούς στις πιθανές εμπειρίες του. Κανέναν. ήθελε να ζήσει όλες αυτές τις ζωές που δεν έζησε. Να έχει μια ευκαιρία να κάνει όσα δεν έκανε. Και να γίνει όλοι αυτοί οι άνθρωποι, που με τις επιλογές του δεν έγινε ποτέ. Μέχρι την επόμενη αναχώρηση.
Και γνώρισε πολλούς ανθρώπους. "Πάτερφαμίλιες", πόρνες, μεγαλοστελέχη, ηθοποιούς, εμπόρους, πρεζάκηδες, αγρότες, συνταξιούχους, πιτσιρίκες, αλλοδαπούς, ανάπηρους, μοιραίες γυναίκες και κληρικούς. Και πολλούς άλλους ακόμα. τους αγαπούσε όλους για λίγο καιρό, και μετά τους διέγραφε. Έτσι κι αλλιώς, ειδικά τον τελευταίο καιρό, τους ξέχναγε όλους. Του είχε ήδη γίνει πολύ δύσκολο να θυμάται καταστάσεις και ονόματα. Ήταν πλέον φανερό ότι η αρρώστια είχε προχωρήσει. Δεν τον πείραζε το είχε αποδεχτεί. Μπορούσε ακόμα να κρατάει την ουσία. Ζούσε μέσα και παράλληλα από τις ζωές αυτών που γνώριζε. Ζούσε περιστασιακά αλλά δυνατά. Έκλαιγε με τον πόνο τους και γελούσε με τη χαρά τους. Δεν ήθελε κάτι άλλο αυτό του αρκούσε. Μικρές περιστασιακές ζωές, γεμάτες συναισθηματική ένταση, με ημερομηνία λήξης. Έφευγε πριν προλάβει να βαρεθεί. Προτού όλα γίνουν προβλέψιμα και προτού δεθεί υπερβολικά μαζί τους. Έφευγε και ξέχναγε το μέρος και τους ανθρώπους, κρατώντας μόνο τη γλυκόπικρη γεύση στον ουρανίσκο.
Όταν πρωτοβγήκαν τα αποτελέσματα των εξετάσεων, του είχαν κοπεί τα πόδια. Εκείνη η πάρα-πάρα-πάρα πολύ σπάνια αρρώστια με το δύσκολο όνομα. Που προσβάλλει τα νεύρα και οδηγεί αργά, αλλά σταθερά σε παράλυση, καθώς και σε εκφυλισμό των εγκεφαλικών κυττάρων. Φυσικά κανείς ποτέ δεν προλαβαίνει να χαζέψει τελείως. Έχει πεθάνει πολύ νωρίτερα.
Δεν ήξερε τι να κάνει. Ο χρόνος που του έδιναν ήταν πάρα πολύ λίγος. Όλα του τα σχέδια κατέρρευσαν σαν πύργος στην άμμο. Όλοι οι "αγαπημένοι" του τον έκλαιγαν και τον κοίταζαν με οίκτο, ωσάν να είχε ήδη πεθάνει. Ώσπου κατάλαβε. Κατάλαβε ότι οι δικοί του άνθρωποι, θα προγραμμάτιζαν για αυτόν την υπόλοιπη ζωή του και τον θάνατό του. Μια "υπόλοιπη ζωή" υπερπροστατευτική και αποστειρωμένη. όπως είχαν έμμεσα προγραμματίσει και την μέχρι τότε ζωή του. Τις "καλές" σπουδές, την "καλή" γυναίκα, την "καλή" δουλειά.. Εκεί όμως ήταν το πρόβλημα. Δεν ήθελε τα "καλά". Τα ήθελε ΌΛΑ!
Δεν ήθελε να ζήσει προστατευμένος από τις εμπειρίες των άλλων. Ήθελε να τα δοκιμάσει όλα, και να αποφασίσει μόνος του. Βέβαια, τώρα δεν είχε πια την πολυτέλεια του χρόνου για να αποφασίσει κάτι και να πορευτεί με αυτό. Το λιγότερο όμως που μπορούσε να κάνει, και ταυτόχρονα το πιο σημαντικό δώρο μου θα μπορούσε να του κάνει κάποιος, θα ήταν να τα δοκιμάσει. Και θα το κανε το δώρο αυτός, στον εαυτό του.
Κι αυτό έκανε. Κι έτσι βρέθηκε σε αυτό εδώ το κουτούκι. Σε μια πόλη που δεν ήξερε. Με ανθρώπους που δεν ήξερε. Μακριά από αυτούς που ήξερε. Από αυτούς που δεν ήξεραν να ζήσουν. Από αυτούς που από την "αγάπη" τους και το "φόβο" τους δεν άφηναν κι αυτόν να ζήσει. Και δεν του έλειπαν καθόλου. Και το αλκοόλ, αυτές τις ώρες, βοηθούσε λίγο σε όλα αυτά. Ευλογημένο αλκοόλ! Πάντα μόνος του ήταν. Απλά το κατάλαβε αργά. Χρειάστηκε να αρρωστήσει πρώτα. Ευλογημένη αρρώστια! Ήταν το ωραιότερο δώρο της ζωής του! Πόσο ανάγκη είχε να νιώσει κοντά του το θάνατο, για να εκτιμήσει επιτέλους τη ζωή. Και να τη ζήσει επιτέλους για τον εαυτό του. Πόσο όμως! Αν μπορούσε να ευχηθεί κάτι για όλη την ανθρωπότητα, αυτό θα ήταν να πάθουν όλοι μια σοβαρή αρρώστια. Και μόλις εκτιμήσουν τη ζωή, να θεραπευτούν! Αλλά τελικά το σημαντικό για αυτούς, θα ήταν να αρρωστήσουν. Όσο ξεφτιλισμένο κι αν ακούγεται.
"Εβίβα!" Φωνάξανε όλοι μαζί και ύψωσαν τα ποτήρια τους! "Εβίβα!" Είπε κι ο ... Μήτσος (έτσι τον λέγαν εδώ) και τσούγκρισε. "Να σκάσουν οι οχτροί μας!" Ακούστηκε μια γελαστή φωνή από κάπου. "Όχι!" είπε, χωρίς να σκεφτεί, ο Διονύσης. "Να πάθουν καρκίνο!" Σχετική παγωμάρα επικράτησε για μισό δευτερόλεπτο. Ο γηραιότερος (και αρκετά πιωμένος) πήρε το λόγο, γελώντας. "Χαχαχα! Έχεις περάσει πολλά εσύ έτσι; Ξέρεις! Χαχαχα! Είσαι μεγάλο αρχίδι εσύ! Είσαι άρρωστος, ρε! Πολύ σε πάω! Στην υγειά σου! Άχαχαχα!" Και όλοι, κι ο Διονύσης μαζί ξέσπασαν σε γέλια. Και ανάμεσα σε δυο χαχανητά, μουρμούρισε χαμογελώντας: "Ναι είμαι άρρωστος, είμαι μεγάλο αρχίδι!"
Δε ένιωθε κάποια ανάγκη να διακωμωδήσει την κατάστασή του, του έβγαινε τελείως φυσικά.
Στέλιος
- Τι θα γίνει επιτέλους; Μπορείς να μου εξηγήσεις γιατί με πήρες τριανταδύο φορές; Ποτέ δεν έχω ξαναδεί τριανταδύο κλήσεις στο κινητό μου! Ποτέ! - Είχες πει ότι θα μου κάνεις αναπάντητη να σε πάρω όταν θα γύριζες σπίτι και ανησύχησα! - Με πήραν τηλέφωνο με το που μπήκα σπίτι και ξανάφυγα. Και φεύγοντας το ξέχασα πάνω στο τραπέζι της κουζίνας! Μόνο δυο ώρες έλειψα! Πότε πρόλαβες και τις έκανες; Και τελοσπάντων, τι σου έφταιξαν οι γονείς μου να το ακούν όλο το βράδυ; - Έχεις δίκιο. Μαλακία έκανα, συγνώμη. Απλά ανησύχησα. - Τι ανησύχησες μωρέ; Μη βρήκα γκόμενο; Τόση πολλή εμπιστοσύνη μου χεις πια; - Ο..ο...όχι! Δε...δεν ήταν αυτό! Αλήθεια σου λέω! Απλά να ... ανησύχησα... - Αμάν μωρέ ανησύχησες κι ανησύχησες! Ούτε η μάνα μου να 'σουνα! Ούτε αυτή δεν κάνει έτσι!
Αυτό το τελευταίο τον πείραξε. Δεν είπε τίποτα.
Ήξερε ότι γινόταν πιεστικός. Δεν ήταν από ζήλεια, όντως. Αν τον απατούσε θα της το συγχωρούσε, αρκεί να ήθελε να είναι μαζί του. Πάντα έτσι ήταν ο Στέλιος. Ο ίδιος όμως δεν είχε απατήσει ποτέ.
Και ποτέ δεν έκοβε επαφή με τις πρώην του. Κρατούσε τα τηλέφωνα και τις έπαιρνε μια στο τόσο, να μάθει αν είναι καλά και να ακούσει νέα τους. Τους είχε προκαλέσει πολλά ερωτηματικά αυτή του η συμπεριφορά. Πολλές επιδίωξαν επανασύνδεση. Και έπεσαν από τα σύννεφα όταν τους είπε ότι δεν θα 'θελε κάτι τέτοιο. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν πως γίνεται να τις αγαπάει και να μη της θέλει. Και δεν ήθελαν.
Προφανώς και με κάποιες έκοψε επαφή. Αλλά του στοίχησαν. Και το χειρότερο ήταν με την Έλλη.
Ήταν πάντα πολύ τρυφερός στο κρεβάτι. Και το σεξ μαζί του μια ατέλειωτη αγκαλιά και ένα αέναο φιλί. Σίγουρα είχε και ένταση και πάθος, αλλά ούτε μελανιές ούτε βρωμόλογα. Ούτε και ήθελε να έχει. Η Έλλη αντίθετα ήθελε. Και του το ζητούσε. Από την πρώτη κιόλας φορά.
- Σκίσε με καυ^!@ρη μου!
Ο Στέλιος πάγωσε.
- Σταμάτα σε παρακαλώ δε μου αρέσει αυτό. - Εμένα όμως μου αρέσει! Να με γ@#@ς με το σκληρό σου π*u#σο! - Σου είπα σταμάτα, δε γουστάρω μαλακίες!
Τραβιέται.
- Τι έπαθες μωρέ; Τι είναι εδώ, εκκλησία; Γίνε λίγο άντρας! - Εγώ έτσι είμαι και σε όποιον αρέσει. Κι αν δε γουστάρεις να μου πεις να φύγω. - Να φύγεις και αν δεν βρεις το πουλί σου να μην με ξαναενοχλήσεις! - Έγινε. Δε σε ξαναενοχλώ. Να βρεις κάποιον άλλον να σε ξεφτιλίσει, αφού το 'χεις τόσο πολύ ανάγκη. Γεια! - Στα τσακίδια! Να σε χαίρεται η μανούλα σου, τέτοιον άντρα που 'κανε!
Έφυγε. Ήθελε να κλάψει από τα νεύρα του, αλλά συγκράτησε τα δάκρυά του. Η Έλλη όχι.
Από τότε που πέθανε η μάνα του νόμιζε ότι τα κατάφερνε πολύ καλά. Καλύτερα από όλους στην οικογένεια. Αυτό που δεν καταλάβαινε, ήταν πόσο άνετα κάποιοι την έβαζαν στο στόμα τους. Είχε κάνει τα πάντα για αυτήν, καθώς ο «λύκος» έτρωγε το ασθενικό της κορμί. Ήταν ο μόνος που μπορούσε να την κάνει να χαμογελάσει, ακόμα και στα τελευταία της. Έκλαψε στην κηδεία της. Κι από τότε ποτέ ξανά. Αν ήξεραν όλοι αυτοί που άνοιγαν έτσι εύκολα το στόμα τους.
Πόσο πολύ του έλειπε μερικές φορές. Πόσο ανάγκη είχε να ακούσει τις συμβουλές της, να νιώσει το χάδι της και την αγκαλιά της. Και πόσο πόνεσε η καρδιά του στην ορκωμοσία του. Όταν είδε χιλιάδες συνομήλικους του γύρω του να αγκαλιάζονται χαρούμενοι με τους πατεράδες τους, τα αδέρφια τους και... και τις μανούλες τους... Ήξερε βαθιά μέσα του ότι, όσο κι αν ήπιε εκείνη τη μέρα, όσο κι αν πόνεσε, ακόμα κι όταν ζαλιζόταν κάποια στιγμή, δεν δάκρυσε. Ο θεός μόνο ξέρει,πόσο πολύ ήθελε να κλάψει. Όμως δεν το κανε. Γιατί ήταν χαρούμενη στιγμή. Έπρεπε να ναι!
Γιατί ποτέ δεν θα έδινε δικαίωμα. Ήταν πάντα η ψυχή της παρέας. Ο κεφάτος, με το έξυπνο χιούμορ, αλλά και τα καραγκιοζιλίκια του. Δεν ήθελε ποτέ να βλέπει σκυθρωπά πρόσωπα. Στενοχωριόταν κι αυτός πάρα πολύ. Πάντα ήθελε να προσπαθεί να δώσει λύσεις σε όλους. Κι αν δεν μπορούσε, έκανε τα πάντα για να τους φτιάξει το κέφι. Δεν μπορούσε να βλέπει δακρυσμένα μάτια, και χλωμά πρόσωπα. Ειδικά τις γυναίκες.
Οι γυναίκες ήταν, είναι και θα είναι πάντα για αυτόν τρυφερά πλάσματα, αγγελικά πλασμένα. Το χαστούκι τους είναι χάδι και η βρισιά νανούρισμα. Και έπρεπε να τις φροντίζει, να τις χαϊδεύει και να τις προσέχει.
Πέρασαν όμως τόσα χρόνια.... Και ακόμα κάτι τον βασανίζει...
Κάθεται στο κρεβάτι και παίρνει κιθάρα του να παίξει. Ούτε στο κομπιούτερ μπορούσε να ξεχαστεί σήμερα ούτε στην τηλεόραση.
. Κάτι τον τρώει. Αλλά και στην κιθάρα οι νότες δεν του βγαίνουν. Σήμερα κάτι πάει στραβά. Το νιώθει. Και ένα ρίγος. Κοιτάζει το μισάνοιχτο παράθυρο. «Αυτό μάλλον είναι», σκέφτεται. «Μπάζει». Σηκώνεται να το κλείσει. Και εκείνη την ώρα κάθεται εκεί μια κίσσα.
“Μα... αυτό είναι το πουλί που... που... ήταν τότε στο νοσοκομείο!”
“Και το φεγγάρι! Είναι ίδιο! Το ίδιο ακριβως που ήταν και... και...”
Ξαφνικά θολώνει. Παίρνει την κιθάρα και τη σπάει στο παράθυρο, προσπαθώντας να πετύχει το πουλί.
“Φύγε γαμημένο, φύγε! ΦΥΓΕΕΕ! Μου την πήρες! Τι άλλο θες πια; Μου τα πήρες ΌΛΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!”
Ξεσπάει σε κλάματα. Τρέχει στη γωνία του δωματίου με μια κουβέρτα κι ένα μαξηλάρι. Κρύβεται από κάτω και ζαρώνει, σε στάση εμβρύου. Και κλαίει, όπως δεν έκλαψε ποτέ. Ούτε στην κηδεία.
“Γιατί έφυγες; Γιατί με άφησες μόνο μου; Τι έκανα λάθος κι έφυγες; Πες μου, τι; Γιατί δεν μπορώ να καταλάβω τι γίνεται... Χάνω το μυαλό μου! Τη μια στιγμή γέλαγες, και πίστεψα οτι θα μείνεις, αλλά εσύ έφυγες...”
Οι λυγμοί τον πνίγουν. Χτυπαει το χερι του στο πάτωμα και ματώνει.
“Κι από τότε ψάχνω την αγάπη! Ψάχνω τη δικιά μου αγκαλιά! Αυτή που δε θα μοιάζει με καμία άλλη! Μα δε τη βρίσκω, δεν είναι πουθενα! Όσο κι αν ανοιξω τα χέρια μου δε φτάνει για να αγκαλιασω καποια και να νοιώσω έτσι όπως θα θελα, όπως θυμάμαι... Όσο κι αν προσπαθώ ότι κι αν κανω, όλοι φεύγουνε.... τίποτα δεν είναι αρκετο!”
“Θέλω να πεθάνω γαμώτο! Είμαι τόσο μόνος... Όχι! Όχι δε θέλω να πεθάνω! Θέλω να ξαναγίνω πάλι μικρός... πολύ μικρός! Μια χούφτα άνθρωπος! Και να με πάρει πάλι αγκαλιά! Και... και να νοιώθω πάλι τα χέρια της να με τυλίγουν! Και να με κρύβουν ολόκληρο! Και να χάνομαι στη σκοτεινή ζεστασιά... Μόνο τότε υπάρχει αγάπη! Το ξέρω...”
Γυρίζει το κεφάλι. Το φεγγάρι είναι ακόμα εκεί και τον κοιτάει αμείλικτο.
Κρύβεται ακόμα περισσότερο στην κουβέρτα.
“Αλλά δεν γίνεται, το ξέρω. Τίποτα δεν είναι αρκετό. Ότι και να κάνω, όσο και να φροντίζω κάποια, όσο και να αγαπάω... όσο και να αγαπάω... ότι και να κάνω δεν είναι αρκετό... για να γυρίσει πίσω...”
Is this our last chance to say all we have to say Hiding here inside ourselves we live our lives afraid So close your eyes and just believe in everything your told Cause in this land of great confusion it's easy to give up control
Strange world people talk and tell only lies Strange world people kill an eye for an eye Strange world dream one-day we'll see the light Strange world believe and everything will be alright
And this is the place where everything begins and ends again No secrets left to find no seven deadly sins This world that we have wasted has kept us very well When science now is sacred who will save us from ourselves
Συνεχίζεται... και τελειώνει... και τα ονόματα πέσαν από ψηλά με μια άγρυπνη βροχή.
Που οδηγεί η απόλυτη αμφισβήτηση; Γιατί πρέπει να αμφισβητείς ακόμα και την αμφισβήτηση;
Άλλη μια μέρα πέρασε και το κεφάλι μου είναι άδειο. Δεν είναι ούτε καλό, ούτε κακό, απλά περίεργο. Κολυμπάω σε μια θάλασσα από άσπρο βελούδο, όπου βασιλεύει μια μόνιμη άπνοια. Βολεμένος με τη μνήμη του χρυσόψαρου (αχ, ωραία είναι εδώ, έχω ξανάρθει... αχ, ωραία είναι εδώ, έχω ξανάρθει...αχ, ωραία είναι εδώ, έχω ξανάρθει...) σε μια αλυσίδα από προσωρινές σκέψεις, όπου κάθε κρίκος της αλυσίδας είναι σπασμένος....
Είναι περίεργο. Όταν έχεις περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής σου σκεπτόμενος τουλάχιστον 3 πράγματα ταυτόχρονα, είναι αδύνατον να φανταστείς μια τέτοια κατάσταση. Να περνάνε ώρες ολόκληρες χωρίς να σκέφτεσαι τίποτα. Να μην έχεις καμία απολύτως συνοχή με το χρόνο, το μέρος και τους ανθρώπους γύρω σου. Παρά μόνο μια σχετική και περιστασιακή συνάφεια.
Είναι η στιγμή που σε αγκαλιάζει η αίσθηση της ματαιότητας. Δεν είναι δυνατόν να σε γεμίσει τίποτα. Μετά από λίγες μέρες έκθεσης του εαυτού μου σε διακοπές και καταστάσεις, που ελάχιστο καιρό νωρίτερα θα με ωθούσαν να απαντήσω «υπέροχα!» στην ερώτηση «πως πέρασες;», μπορώ να πω με βεβαιότητα, ότι έχουν αφήσει μέσα μου μόνο την αίσθηση του ανούσιου. Γενικά.
Δεν ξέρω αν τα ‘κανα όλα αυτά για να διασκεδάσω, ή για να ξεχάσω. Δεν ξέρω καν αν είχα ανάγκη να διασκεδάσω. Απλά νιώθω ξένος μέσα στο ίδιο μου το σώμα. Και δεν το εννοώ με την αρνητική χροιά. Είναι τόσο ξένο σε μένα το να μη σκέφτομαι, που πραγματικά νιώθω να διαβαίνω ανεξερεύνητα μονοπάτια, γεμάτα από επιβλητικά ξερόχορτα που κρύβουν το φως του ήλιου.
Δεν υπάρχει αρχή και τέλος στις σκεψεις μου. Δεν υπάρχει καν η ανάγκη για οριοθέτηση. Μόνο ένα ήρεμο χάος. Που πρέπει να ωριμάσει πριν γίνει το επόμενο βήμα προς κάποιο είδος οργάνωσης. Δεν με νοιάζει απολύτως τίποτα. Ούτε ο πόνος ούτε η ανθρώπινη επαφή. Λειτουργώ εντελώς μηχανικά. Η κάλυψη συναισθηματικών ανεπαρκειών δεν έχει απολύτως καμία διαδικαστική διαφορά στην κατάστασή μου, από το γέμισμα του ποτηριού στη βρύση.
Δεν νιώθω διαφορά, μεταξύ ευχάριστου και δυσάρεστου. Διαφορά ηδονής με μιζέρια, ισούται με διαφορά έντονου και βραχέως, με αδύναμου πλην όμως μακρού... Κανένα χρώμα. Μηχανική διαδικασία επιλογής. Είναι δυνατόν να είσαι μηχανικά άνθρωπος; Και παραείναι...
Ένα φάντασμα του εαυτού μου, ένας φίλος άχρηστος στους φίλους του. Με μόνο όπλο την περιστασιακή λογική και πλήρη αδυναμία κατανόησης του πόνου και της χαράς. Των δικών μου πρωτίστως.
Κι όμως είναι όμορφο. Έχει μια ήρεμη ομορφιά αυτή η κατάσταση. Κάπως κατάφερα και πήρα ένα διάλειμμα από τη ζωή. Ενας νεκροζώντανος με τη λογική για συνδετικό κρίκο των δύο κόσμων, του συναισθήματος και της ανυπαρξίας. Πιστεύω πως είμαι ευτυχής που το ζω, έχοντας στο μυαλό μου τη χαρά του παιδιού που ανοίγει τα δώρα του. Το ανακαλύπτω σιγά σιγά. Όσο μονότονο κι αν φαίνεται, έχει πολλά να σου μάθει.
Η ζωή είναι όμορφη δεν αντιλέγω. Για να είμαι ειλικρινής, ήταν χτές και θα είναι και αύριο. Τώρα είναι ουδέτερη. Ενίοτε όμως γίνεται και πολύ κουραστική. Είναι λοιπόν μεγάλο κέρδος να μπορείς να παίρνεις κάποιες μέρες διακοπές από όλα. Εγκεφαλικές διακοπές. Από τη ρουτίνα. Από κάθε μορφή απαιτήσεων. Από το χωροχρόνο τον ίδιο. Από τον εαυτό σου τον ίδιο. Βάζεις το σώμα σου, και το μυαλό σου ακόμα, στον αυτόματο πιλότο, και συ βουλιάζεις σε έναν υγρό εγκεφαλικό καταλύτη, μέχρι να ξαναγεμίσουν οι μπαταρίες.
Η αλήθεια είναι όμως ότι δε το επέλεξα. Έγινε μόνο του. Το περίμενα, αλλά δε το επέλεξα. Δεν είναι το ίδιο. Καθόλου το ίδιο. Απλά ξεφορτώθηκα ένα μεγάλο βάρος πολύ γρήγορα. Και είμαι πλέον υπερβολικά ελαφρύς.
Τι συμβαίνει όταν έχεις διαλέξει ένα πρόβλημα, και αφού το διογκώσεις σε απίστευτο βαθμό, έρχεται η ώρα να το λύσεις;
Δεν έχει στην πραγματικότητα να κάνει με τη διεκπεραίωση ενός στόχου, μερική ή ολική. Έχει να κάνει με όλα αυτά που συμβόλιζε μες στην κούτρα σου. Το τελευταίο προπύργιο μιας πάλης του «θέλω» με το «θέλουν». Συνήθως πας στην πηγή πρώτος και με διαφορά, μόνο και μόνο για επίδειξη, και μόλις βεβαιωθείς οτι σε είδαν όλοι σπας τη στάμνα. Τώρα αφήνεις τους πάντες να σε προσπεράσουν και μόλις βεβαιωθείς ότι έμεινες μόνος σου, πας ήσυχα-ήσυχα και γεμίζεις τη στάμνα. Στην πρώτη σταγόνα είσαι χαρούμενος. Γιατί έσπασες τους κανόνες και είσαι ένα βήμα από τη νίκη. Την προσωπική σου νίκη. Στη δέκατη πέμπτη σταγόνα όμως έχεις ξεχάσει τα πάντα. Όλο το σκηνικό ήταν χάρτινο και κατέρρευσε. Γιατί στις δεκατρείς σταγόνες που μεσολάβησαν πραγματοποιήθηκε μια λύτρωση. Τέτοια που δε συγκρίνεται ούτε με οργασμό.
Αυτό το μικρόβιο που φυτέψαν στο μυαλό σου μεγάλωνε. Τρεφόταν από σένα πάνω από είκοσι χρόνια - χρόνια συνείδησης. Και σου λεγε ή να κάνεις ότι σου λένε ή να αντιδράσεις κάνοντας το ακριβώς αντίθετο. Και στις δύο περιπτώσεις ήσουν χαμένος. Τα άκρα συναντώνται και ο κύκλος κερδίζει την ευθεία πανηγυρικά. Και τελικά βρίσκεις τον τρόπο να κάνεις αυτό που θες. Και το παράσιτο που ρουφούσε μικρές δόσεις από τη φαιά ουσία σου, 24 ώρες το 24ωρο, παύει να υπάρχει. Αυτό που σου χαλάει τον ύπνο 1,5 χρόνο τώρα παύει να υπάρχει. Η πλάτη σου χαλαρώνει και νιώθεις ένα τόνο ελαφρύτερος. Και όμως η στιγμή που πηδάς από τη χαρά σου ήταν μόλις λίγα δεύτερα.
Γιατί; Διότι μεγάλωσες με αυτό. Το συνήθισες. Κατά κάποιο τρόπο, μαζοχιστικό αλλά αληθινό, σου λείπει. Τη μια στιγμή (που διήρκησε μερικά χρόνια) όλα ήταν πιο σημαντικά από αυτό. Την άλλη τίποτα δεν ήταν πιο σημαντικό από αυτό. Από την προσπάθεια να το ξεφορτωθείς δηλαδή. Και μόλις φύγει, όλη αυτή η ενέργεια που κατανάλωνε τόσα χρόνια μες στο κεφάλι σου απελευθερώνεται και διαλύει τα πάντα. Και πλέον τίποτα δεν έχει σημασία. Ουτε αυτό, ούτε όλα τα υπόλοιπα.
Πόσο διαρκεί αυτή η κατάσταση; Δεν ξέρω. Και δε με νοιάζει. Κι ο χρόνος έχει χάσει τη σημασία του. Τι γίνεται μετά; Υποψιάζομαι κάτι, στο περίπου. Μάλλον θα πρέπει να κάτσω από την αρχή πλέον να δω τι θέλω. Εκμεταλλευόμενος την έξτρα φαιά ουσία που πριν έθρεφε το παράσιτο. Μπορεί να εκπλαγώ. Μπορεί να μην έχει σχέση με όλα αυτά που ήθελα πρίν. Μπορεί πράγματα, άνθρωποι και καταστάσεις να φύγουν από τη ζωή μου χωρίς προειδοποίηση, σαν χρησιμοποιημένες τσίχλες. Μπορεί και τίποτα από όλα αυτά. Το μόνο που ξέρω τώρα, είναι ότι είμαι άδειος.
Αλλά ήταν ο μόνος τρόπος. Κάποια πράγματα δεν γίνονται σιγά σιγά. Θέλει βουτιά με το κεφάλι.
Δεν ξέρω αν βγαίνει νόημα. Δε με νοιάζει.
Γραφτηκε σαν μια προσπάθεια χαρτογράφησης, σε περίπτωση που χρειαστεί να ξαναακολουθήσω την ίδια διαδρομή.
Φεύγω τώρα. Πάω να ξαποστάσω στη λήθη, μέχρι να ξανα-ανακαλύψω τον εαυτό μου.
-Βασικά, έλεγα, αφού δεν έκατσε η φάση εδώ, ψήνεσαι να πάμε με το αμάξι σπίτι σου να πάρω το laptopκαι να δούμε καμιά ταινία;
-Με αμάξι έχεις έρθει;
-Ναι με ένα Avensis.
-Δηλαδή έχεις αμάξι, και λάπτοπ;
-Ναι.
-(Σκέφτεται) ...... θες να σου πάρω μια πίπα;
Εντάξει. Οκ. Έχει συνηθίσει κάποια πράγματα. Δεν είναι ότι διατηρεί κάποια ρομαντική πλευρά για τον κόσμο. Αλλά δεν πρόκειται να διαφωνήσει όμως ξανά με κάποιον μεγαλύτερο στο ότι η νεολαία έχει ξεφύγει τελείως. Κάποιες φορές λες ότι, πλέον το ποτήρι ξεχείλησε. Το πιπίνι δίπλα του, ανάθεμα κι αν έχει πατήσει τα 20. Δεν είπαμε να μη γαμηθεί ρε γαμώτο, αλλά έλεος! Όχι κι έτσι!
Και τέλος πάντων όντως τείνει να πιστέψει ότι όλες πηδιούνται για τα λεφτά. Ότι κι αν σημαίνει αυτό. Δοκίμασε τα πάντα. Διαφορετικές κοπέλες, διαφορετικές προσεγγίσεις διαφορετικά μέρη (ακόμα και σε άλλες χώρες) αλλά τζίφος. Παντού τα ίδια. Φίλους έχει - κάποιους λίγους. Σύμφωνα με τον πατέρα του κάποια στιγμή θα εξαφανιστούν κι αυτοί. Σύμφωνα με τον παντογνώστη μπαμπά, όσο πιο ψηλά φτάνει ένας άντρας τόσο πιο λίγοι χωράνε δίπλα του. Λες;
Η μαμά; Ποια μαμά; Δε θυμάται τίποτα ούτε και ξέρει κάτι για αυτή. Ο πατέρας του δε μιλάει για αυτήν. Έχει απομακρύνει οποιονδήποτε μπορεί να ξέρει κάτι για αυτήν και απαγόρευσε σε όποιον έμεινε να πει το οτιδήποτε. Δε το παραδέχτηκε ποτέ, αλλά είναι φως- φανάρι. Δεν ένιωσε ποτέ καμιά απώλεια γιατί δεν ήξερε και πως είναι για να του λείψει. Στην τελική ούτε πατέρα είχε. Δεν έπαιζε ποτέ μαζί του – πλήρωνε άλλους για αυτή τη δουλειά. Όταν δε δούλευε και ήταν σπίτι ήθελε να ξεκουραστεί και να είναι κυρίως μόνος του. Η σχέση τους περιοριζόταν κυρίως σε συμβουλές. Τις οποίες προσπαθούσε τόσο σκληρά να αποδείξει ότι ήταν λάθος. Αλλά δε τα κατάφερνε. Δεν ήθελε όμως να το παραδεχτεί. Όχι ακόμα.
Δηλαδή... πως γινόταν αυτό; Λίγοι φίλοι, και καμιά γυναίκα να μη θέλει να τον καταλάβει όσα κι αν προσπαθεί να δείξει από τον εαυτό του. Το μεγαλύτερο του κόλπο απέτυχε. Παντρεύτηκε στα 22 την καλύτερη του φίλη. Είχαν που είχαν περιστασιακές σεξουαλικές σχέσεις, ήταν και τόσα χρόνια φίλοι, ήξερε και τόσα πράγματα για αυτόν είπαν να το κάνουν το πείραμα. Ήταν ένα μείγμα αντίδρασης και ανεξαρτητοποίησης, από όλους. Δέχτηκαν πόλεμο από παντού. Το περίμενε. Αυτό που δεν περίμενε ήταν ότι θα αρχίσει να φθείρεται η σχέση τους. Ότι θα αρχίσει να τον ζηλεύει. Την ώρα μάλιστα που τη χρειαζόταν πιο πολύ. Δεν περίμενε ότι θα μείνει μόνος του, ούτε ότι θα αντιδράσει τόσο άσχημα.
Ούτε ακόμα και ότι, 8 μήνες μετά που χωρίσανε θα διεκδικούσε διατροφή μέσω δικηγόρου. «Μανώλη μου, πραγματικά δε το 'θελα αυτό!» του είπε με δάκρυα στα μάτια. «Δε μπορείς να φανταστείς τι γινόταν, τι μου λέγανε, ότι με εκμεταλλεύτηκες, ότι...»
Εκεί κάπου της το 'κλεισε στα μούτρα. Δεν ήθελε να της ξαναμιλήσει. Για τα υπόλοιπα φρόντισε ο πατέρας του, με τους καλύτερους δικηγόρους. Όχι μόνο δεν πήρε τίποτα η Τίνα, αλλά πλήρωσε και τα δικαστικά έξοδα. Με τέτοιες «μαρίδες» - όπως έλεγε -ο μπαμπάς πρέπει να ξεμπερδεύεις γρήγορα και αποτελεσματικά. Και μετά του είπε και το άλλο: «Εντάξει μικρός είσαι και θα κάνεις τις μαλακίες σου. Όπως φρόντισε κι ο τρανός μου για την έκτρωση έτσι θα φροντίσω και γω για σένα. Η ζωή κάνει κύκλους και μου το 'λεγε και μένα ο γέρος. Κάνε ότι γουστάρεις δε σου απαγόρευσα ποτέ τίποτα. Μόνο να φροντίσεις να μην επαναλαμβάνεις τα ίδια λάθη – αυτά είναι για ηλίθιους. Και όσο πιο γρήγορα σοβαρευτείς τόσο καλύτερα θα περάσεις. Η ζωή αρχίζει μετά!»
Κάποιες φορές του λείπει η Τίνα. Κάποιες φορές θα 'θελε να ακούσει τι θα ‘λεγε η μάνα του για όλα αυτά. Ίσως το πρόβλημα είναι ότι δεν άκουσε ποτέ την άλλη άποψη. Ίσως επειδή δε τη γνώρισε ποτέ να έχει την ευκολία να της προσδίδει ότι χαρακτηριστικά θέλει αυτός. Μαλακίες μωρέ.
Είναι όντως έτσι τελικά; Ο κόσμος είναι τόσο στεγνός, τόσο αποστειρωμένος από οποιοδήποτε υγρό και αέρινο συναίσθημα; Όλοι είναι καλλιτέχνες και ρομαντικοί και θαρραλέοι όταν δεν έχουν τίποτα να χάσουν; Μέχρι δηλαδή να δούνε το χρώμα του χρήματος; Και τελικά τι είναι οι ζωή; Να είσαι μόνος σου σε έναν κόσμο άλλων 10-15 μόνων και να καυχιέστε για το τι έχετε πετύχει; Και όλοι οι άλλοι στη ζωή σου να είναι περιστασιακές απολαύσεις και να διαρκούν μέχρι να αδειάσει το περιεχόμενο της συσκευασίας; Τελικά μήπως έτσι ήταν παντού και σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, απλώς, όποιος έχει τα εφόδια να παίξει το παιχνίδι μέχρι το τέλος βλέπει το παιχνίδι νωρίτερα;
Όχι δεν ήθελε να το δεχτεί αυτό. Όχι ακόμα. Μόνο 25 χρονών είναι, γαμώτο! Κι όμως δεν μπορεί κανείς να τον καταλάβει. Δεν μπορεί να ξεχάσει το βλέμμα των ανθρώπων γύρω του σε εκείνο το group-therapyπου τον είχε στείλει ο πατέρας του μετά το χωρισμό του. Όλοι είχαν εκείνο το «άσε μας ρε φίλε εσύ δεν ξέρεις τι έχεις! Μπορείς να 'χεις όλο τον κόσμο στα πόδια σου και μας μιλάς για προβλήματα;» βλέμμα. Όλοι, ακόμα κι ο ψυχολόγος. Ναι ήταν πολύ κακός ψεύτης. Πολύ κακός για τα λεφτά που έπαιρνε.
-Μανώλη θέλω να ξέρεις ότι δε τα κάνω ποτέ αυτά από το πρώτο ραντεβού. Δε μου 'χει ξανασυμβεί ποτέ αυτό το πράγμα. Με έχεις, πως να το πω συνεπάρει, και πραγματικά, το νιώθω αυτό που θέλω να κάνω. Σαν να σε έψαχνα...
Μπλά μπλα μπλα. Ναι ξέρω. (Σκέφτεται) Παίξε την κασέτα σου. Ξέρεις πόσες έχω γνωρίσει που «δε τα συνηθίζουν αυτά, είναι η πρώτη φορά που..., κτλ.»; Εμπρός, απέδειξε και συ στον πατέρα μου πόσο δίκιο έχει και κάνε περήφανη τη μάνα σου για το κελεπούρι που γύρισε να σε κοιτάξει. Τι διάολο, πες ότι θες κούκλα μου, δεν πειράζει πια. Εξάλλου, η μεγαλύτερη πουτάνα από όλες σας...
Είμαι ΕΓΩ.
Olga.
-(Ουρλιαχτό)
-ΕΤΣΙ! Τσίριξε μωρή βρωμιάρα σκύλα! Τσίριξε για να θυμάσαι και συ και να ακούνε και όλοι τι παθαίνει όποιος πάει να τη φέρει στο αφεντικό! Τσίριξε μέχρι να φτύσεις αίμα από το στόμα! Κι από κάτω θα φτύσεις αίμα μωρή ψώλα, αλλά αυτό θα το φροντίσουμε ΕΜΕΙΣ!
Ξέρει πια. Όλες οι ιστορίες ήταν αλήθεια για αυτές που προσπάθησαν να φύγουν και τις έπιασαν. Άλλο να στο λένε όμως. Και τώρα βρίσκει τον εαυτό της να προσπαθεί να απομακρύνει το μυαλό της από αυτό που συμβαίνει. Μια καύτρα από τσιγάρο, ενός από τους βασανιστές της, την επαναφέρει στην ωμή πραγματικότητα. Το έσβησε στην πατούσα της. Γιατί εκεί δε φαίνονται οι πληγές. Προφανώς και σκοπεύουν να την ξαναβάλουν στη δουλειά. Σε κάνα μήνα ίσως που θα 'χουν σκοτώσει την ψυχή της. Όχι ουλές λοιπόν μόνο μελανιές. Και ο άλλος λόγος είναι ότι από εκεί περνάνε όλα τα νεύρα. Αβάσταχτος πόνος. Αρκετός για να σε γυρίσει πίσω στο τώρα, τραβώντας σε από τα μαλλιά.
-Νόμιζες ότι θα το σκάσεις μωρή καριόλα; Και οι μπάτσοι δικοί μας είναι ρε! Από που νομίζεις ότι ψωνίζουν; Αλλά θα 'χεις πολύ χρόνο να σκεφτείς τώρα! Και συ ρε μαλάκα (στον άλλον) φέρε το εργαλείο.
Δε μιλάει. Ο τύπος πίσω της παίρνει ένα εργαλείο σαν τανάλια και της το βάζει στον κώλο. Είναι πολύ αδύναμη για να αντιδράσει. Ξαφνικά νιώθει τους μύες του να σφίγγονται. Προσπαθεί με όλη της τη δύναμη να μη φωνάξει. Πονάει πολύ ο λαιμός της. Τον νιώθει ζεστό και κόκκινο, έτοιμο να εκραγεί.
-Ρε συ, αυτή αιμορραγεί πολύ, μήπως να σταματήσω;
-Το οινόπνευμα ρε ηλίθιε! Ρίξε όλο το μπουκάλι!
Κραυγή. Τέτοια που δεν έχει ξανακούσει στη ζωή της. Και μετά τίποτα. Χάνει τις αισθήσεις της. Και ονειρεύεται. Ονειρεύεται την εποχή που έκανε όνειρα. Την εποχή που έφυγε από την Ουκρανία για να ‘ρθει στην Ελλάδα, τη χώρα της ευκαιρίας. Όλοι μίλαγαν για τη γη της επαγγελίας όπου οι Ρώσοι, τα αδέρφια τους θα τους παρείχαν ασφάλεια, δουλειά και στέγη. Επιτέλους θα 'πιανε τόπο το πτυχίο της. Ένα καλύτερο μέλλον. Για αυτήν και για το παιδί της.
Το παιδί της. Ο γιόκας της. Πριν λίγες μέρες έκλεισε τα 10. Σκόπευε να τον έχει ήδη βρει και να τα γιόρταζαν μαζί. Μάζεψε όσα λεφτά, μπορούσε και το 'σκασε. Τα μάζεψε γρήγορα. Η εντυπωσιακή της εμφάνιση, την οποία όλοι ανέφεραν λέγοντας της ότι θα τη βοηθήσει να βρει την καλύτερη δουλειά, τελικά όντως τη βοήθησε. Την έστειλαν στους ακριβούς πελάτες. Και αυτοί ίδρωναν και βρώμαγαν και ήταν λαδωμένοι. Μόνο που αυτοί ήταν λευκοί, χοντροί και πλήρωναν καλύτερα. Πάλι ένα μικρό ποσοστό έφτανε στα χέρια της αλλά όπως και να 'χει τα μάζευε πιο γρήγορα.
Προσπάθησε να το σκάσει για να πάει να τον βρει εκεί που τους χώρισαν, στη Θεσσαλονίκη. Την έπιασαν όμως οι μπάτσοι να ρωτάει. Δε τη βοήθησαν, της πήραν τα λεφτά και τη δώσαν πίσω σε αυτούς. Στα αδέρφια της. Άραγε που να ναι το μωρό της; Θα 'χει βρει κάποιο σπίτι, ή τουλάχιστον κάποιο ίδρυμα; Ή θα ναι μόνο κάπου θα κρυώνει και θα φοβάται; Είχε ακούσει κάτι ιστορίες για το που κατέληγαν αυτά τα παιδάκια. ΟΧΙ! Δεν ήθελε να το σκέφτεται. Καλύτερα νεκρό! Δεν πίστευε ότι θα το ‘λεγε ποτέ αυτό αλλά καλύτερα...
Ξυπνάει. Μυρωδιά αντισηπτικού. Κάποιος είναι μες στο δωμάτιο. Δεν την ενδιαφέρει. Δεν μπορεί ούτε να ανοίξει τα μάτια της ούτε να προσδιορίσει το που πονάει. Απλά δε νιώθει τίποτα από τη μέση και κάτω. Αλλά πάλι...
Συγκεντρώνεται. Κι όμως κάτι νιώθει. Πιέζει τον εαυτό της και ανοίγει τα μάτια της. Μια γυναίκα είναι πίσω της και την περιποιείται. Της βάζει κάτι αλοιφές. Ασιάτισσα, μετρίου ύψους, γύρω στα 45. Προσπαθεί κάτι να ψελλίσει αλλά ο λαιμός της δεν ανταποκρίνεται. Η Κινέζα(?)την κοιτάζει βλοσυρά και της λέει κάτι σε μια γλώσσα που δεν καταλαβαίνει. Χωρίς καν να σταματήσει τη δουλειά της. Δουλεύει γρήγορα και μεθοδικά – σίγουρα θα το 'χει κάνει πολλές φορές. Σταματάει να προσπαθεί. Κοιμάται λίγο ακόμα.
Ξυπνάει μετά από κάποια ώρα. Το δωμάτιο δεν έχει παράθυρα, και ο χρόνος έχει χάσει τη σημασία του. Είναι μόνη της πλέον. Βυθίζεται πάλι στις σκέψεις τις αγνοώντας τη μυρωδιά νερόβραστου φαγητού. Θα την ξαναστείλουν πάλι στη δουλειά. Στους Αλβανούς και στους Κούρδους όπως λένε υποτιμητικά. Θα είναι πιο δύσκολο να το σκάσει αυτή τη φορά, το ξέρει αλλά δε τη νοιάζει. Το μόνο που 'χει σημασία είναι ο γιος της. Η μόνη της ελπίδα. Θα πρέπει να δουλέψει σκληρά να μαζέψει τα λεφτά όσο πιο γρήγορα γίνεται. Και να είναι πιο προσεκτική τη δεύτερη φορά. Δε τη νοιάζει τίποτα. Ούτε τα βασανιστήρια ούτε ο θάνατος. Είναι δυνατή και θα τα καταφέρει!
Κάνει να σηκωθεί και ξαναπέφτει κάτω. Τα πόδια της είναι πρησμένα και δεν υπακούν. Κλαίει με λυγμούς.
«Ποιον κοροϊδεύω γαμώ την τύχη μου; Ποτέ δε θα τα καταφέρω κοίτα πως με καταντήσανε! Ένα κουρέλι! Ούτε ένα μέτρο δεν μπορώ να συρθώ! Γαμώτο...»
«Κι όμως κάτι πρέπει να κάνω, για το παιδί μου. Ω, θεέ μου, κάνε να μην είναι αλήθεια, όλες αυτές οι φριχτές ιστορίες που είχα ακούσει! Για τα παιδάκια που τα μαζεύουν κατευθείαν και τα στέλνουν στις μεγάλες εταιρίες! Που πάνε στα ακριβά ξενοδοχεία που κάνουν οι πλούσιοι χοντροί, λαδωμένοι, με τα ακριβά ρούχα και κάνουν τα πάρτυ τους. Και μαζεύονται στις σουίτες τους και παραγγέλνουν από το τηλέφωνο. Και τα φέρνουν μπροστά τους και τα στήνουν στη σειρά. Και τότε ένας χοντρός αηδίας λέει: Αυτό θέλω! Με το γλυκό προσωπάκι!»
«Και τότε ένας άλλος συμφωνεί: Ναι, ναι, αυτό! Και έχει τόσο απαλό δέρμα!»
«Και είναι το αγόρι μου! Και είναι μόλις δέκα χρονών! Όχι θεέ μου! ΌΟΟΟΧΙΙΙΙ!!!!»
Όχι θεέ μου! Δεν πρόκειται να το δεχτώ αυτό, όχι το παιδί μου! ΔΕ ΘΕΛΩ! Δε θέλω γιατί....το αγαπώ πιο πολύ κι από τον εαυτό μου! Και γιατί.... είναι η μόνη μου ελπίδα. Χωρίς αυτό ......
Θα αναγκαστώ να παραδεχτώ.....ότι έχω πεθάνει εδώ και καιρό.
Sweet dreams are made of this Who am I to disagree? Travel the world and the seven seas Everybody's looking for something Some of them want to use you Some of them want to get used by you Some of them want to abuse you Some of them want to be abused
Sweet dreams are made of this Who am I to disagree? Travel the world and the seven seas Everybody's looking for something Some of them want to use you Some of them want to get used by you Some of them want to abuse you Some of them want to be abused
I wanna use you and abuse you I wanna know what's inside you (Whispering) Hold your head up, movin' on Keep your head up, movin' on Hold your head up, movin' on Keep your head up, movin' on Hold your head up, movin' on Keep your head up, movin' on Movin' on!
Sweet dreams are made of this Who am I to disagree? Travel the world and the seven seas Everybody's looking for something Some of them want to use you Some of them want to get used by you Some of them want to abuse you Some of them want to be abused
I'm gonna use you and abuse you I'm gonna know what's inside Gonna use you and abuse you I'm gonna know what's inside you