BLOGGER TEMPLATES AND TWITTER BACKGROUNDS »

Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2008

Θάνατος του φόβου ισούται με το τέλος της ορισμένης προσωπικότητας

Ή αλλιώς: "Απρόβλεπτος είναι όποιος δεν έχει τίποτα να χάσει."



Ένας δίσκος. Και ένα βιβλίο. Άμεσα συνδεδεμένα.
Ήρθαν και τα δύο πάνω σε μια πολύ σημαντική καμπή της ζωής μου.
Κάποτε...
Κατά διαστήματα επανέρχομαι. Ξαναχρειάζομαι απαντήσεις. Τις ίδιες.
Απλά έχει σημασία να τις δεις γραμμένες με τον ίδιο τρόπο και να τις ακούσεις με την ίδια φωνή.
Τώρα είναι ένα τέτοιο διάστημα. Και είναι εκεί και τα δύο, υπάκουα σκυλιά.
Το λιγότερο που χρωστάω είναι μια αναφορά.
Όταν θα υπάρχει χρόνος και διάθεση, μπορεί να δώσω περισσότερα.
Το αξίζουν, το δίχως άλλο.

AT THE GATES
Slaughter Of The Soul (1995)

'The Diceman' - George Cockcroft




1. Blinded By Fear

'We are blind to the
World within us,
Waiting to be born'

I cast aside my chains
Fall from reality
Purgatory unleashed
Now burn the face of the earth
Purgatory unleashed
Now burn the face of the earth

[Chorus:]
The face of all your fears
All your fears unleashed
The face of all your fears

Born of the demon sky
Twisting reality
Sweet nauseating pain
Is death the only release?
Nauseating pain
Is death the only release?

[Chorus:]

The face of all your fears

I cast aside my chains
Fall from reality
Suicidal disease
The face of all your fears
Now covered with sores
Humanity exiled
Purgatory unleashed
Now burn the face of the earth
Purgatory unleashed
Now burn the face of the earth

[Chorus:]


2. Slaughter Of The Soul

Never again
On your forcefed illusions to choke
You feed off my pain
Feed off my life

[Chorus:]
There won't be another dawn
We will reap as we have sown

Always the same
My tired eyes have seen enough
Of all your lies
My hate is blind

[Chorus:]

Slaughter of the soul
Suicidal final art
Children - born of sin
Tear your soul apart

Never again
My tired eyes have seen enough
Of all your lies
My hate is blind

[Chorus:]

Slaughter of the soul
Suicidal final art
Children - born of sin
Tear your soul apart

'Men must attempt to develop
in themselves and their children
liberation from the sense of self
...men must be free from
boundaries, patterns and
consistencies in order to be free
to think, feel and create in new ways'

(μτφ. = Οι άνθρωποι πρέπει να προσπαθήσουν
να αναπτύξουν στους ίδιους και στα παιδιά τους
την απελευθέρωση από την έννοια του εαυτού.
Πρέπει να είναι ελεύθεροι από όρια, μοντέλα και
εμμονές, έτσι ώστε να μπορούν να σκέφτονται, να
αισθάνονται και να δημιουργούν με νέους τρόπους.)

[Luke Rhinehart, 'The Diceman' - 1971]






Photobucket Photobucket

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2008

Αντισταθείτε! (αν βρέξει, η επανάσταση θα γίνει σε κλειστό χώρο!)

Ok! Λοιπόν, η πρόσκληση μου ήρθε από τον Δημήτρη Αθηνάκη

Το παιχνίδι ξεκίνησε από την Εαρινή Συμφωνία

Οι κανόνες είναι απλοί: Αντισταθείτε!

Με ένα ποίημα ενός έλληνα ποιητή αν κατάλαβα καλά.

Παρόλα αυτά δε θα μπορούσα να μην τους κατακρεουργήσω, όπως κάνω και σε όλα τα μπλογκοπαίχνιδα εξάλλου!

Οπότε 1ον, αντιστέκομαι στον ίδιο τον άνθρωπο, πηγή όλων των κακών – αλλά και καλών, αν και εδώ δε μας ενδιαφέρει αυτό! :ο)

2ον εφτιαξα πρόχειρα κι ενα δικό μου μαζί με κάποιους στίχους του Παύλου από τους TravelMindSyndrome (5 στο σύνολο αντί για ένα ποίημα)

3ον φυσικά δε θα μπορούσα να αποφύγω στίχους μουσικούς, για όσους με ξερετε αρκετό καιρό.

Και 4ον όοοολα μα όλα στα εγγλέζικα! Άντε βγάλε άκρη δηλαδή...


Απλά φρόντισα να δένουν... κάπως!

Ελπίζω να διασκεδάσει τους προηγούμενους και τους επόμενους, αλλιώς δεν έχει νόημα!

(alittlewhisper + Pavlos)

Voices are calling from my empty dreams

All that occurs now is not what it seems

The light of my hopes is really just fainted glims

Just hear me out!

There’ll be no more lying about

Tell me the truth now

Just hear me out!

Don’t want to fight and shout

All this time I was in doubt…

Between the lines of my story

There is no glory

Between the lines of my life

There is no pride

I have no more distance left to run

Than the one

That goes to the sun

Everytime I try to feel

I find myself bow down and kneel

Everytime I try to rise I’m flirting with disaster

So I dig inside my inner self to find my long-gone master

(Metalica)

Master of puppets I’m pulling your strings
Twisting your mind and smashing your dreams
Blinded by me, you cant see a thing
Just call my name, `cause Ill hear you scream

(Arthur Rimbaud)

And the puppets, shaken about,
entwine their thin arms; their breasts pierced with light,
like black organ-pipes - which once gentle ladies pressed to their own -
jostle together protractedly in hideous love-making.

Hurray! The gay dancers, you whose bellies are gone!
You can cut capers on such a long stage!
Hop! Never mind whether it's fighting or dancing!
- Beelzebub, maddened, saws on his fiddles!
Oh the hard heels! No one's pumps are wearing out!
And nearly all have taken off their shirts of skins;
the rest is not embarrassing
and all can be seen without shame.

(the doors)

This is the end
Beautiful friend
This is the end
My only friend, the end

Of our elaborate plans, the end
Of everything that stands, the end
No safety or surprise, the end
Ill never look into your eyes...again

Can you picture what will be
So limitless and free
Desperately in need...of some...strangers hand
In a...desperate land

…………………….

It hurts to set you free
But you’ll never follow me
The end of laughter and soft lies
The end of nights we tried to die

(Edgar Allan Poe)

Presently my soul grew stronger; hesitating then no longer,
`Sir,' said I, `or Madam, truly your forgiveness I implore;
But the fact is I was napping, and so gently you came rapping,
And so faintly you came tapping, tapping at my chamber door,
That I scarce was sure I heard you' - here I opened wide the door; -
Darkness there, and nothing more.

Deep into that darkness peering, long I stood there wondering, fearing,
Doubting, dreaming dreams no mortal ever dared to dream before
But the silence was unbroken, and the darkness gave no token,
And the only word there spoken was the whispered word, `Lenore!'
This I whispered, and an echo murmured back the word, `Lenore!'
Merely this and nothing more.

Οοοοπότε και ‘γω με τη σειρά μου καλώ από αυτούς που έμειναν

Immortal Junkie

Valisia

Velvet

Concious

Βασιλικός κι α μαραθεί τη μυρωδιά την έχει

Pilgrim

(Ινδόλη και Μanground σας πρόλαβε ο Duchamp!)

Μέμα

[derfunremo]

Random

Και Thinkpink

Είχα κι άλλους στο μυαλό αλλά μη το χέσουμε και τελείως!

Όχι ότι κι αν δε το συνεχίσουν έγινε τίποτα, λέμε τώρα!


(Κι ένα κατάμαυρο τραγουδάκι, έτσι γιατί δεν άντεξα στον πειρασμό!)

Listen to me now
No words, I can say, can describe
How I hate your fucking face
And do you hear me now
You stole my soul with your lies
Your killing zone's where I lie
There you watched me die

You fucken suck

Can you see yourself I lie in my bed
Fantasizing your death
Here I lie
Can you see yourself
And how do you sleep with what you are?
What you turned out to be
Fuck you, kill yourself

You fucken suck

Liar you know I do I wish you well
Liar I died for you I wish you well in hell ...in hell

Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2008

Φτωχές ψυχές


Τους βλέπω παντού.

Είναι η γκρίζα διακόσμηση της καθημερινότητάς μου. Όλοι αυτοί που δε χαμογελάνε έξω στο δρόμο.

Ακόμα και στις γιορτές.

Ανησυχία στα χλωμά πρόσωπά τους. Μια γκρίζα κουρασμένη μάσκα ακόμα και στις 8 το πρωι. Ακόμα και οι καλικάντζαροι τους παράτησαν και φύγαν. Τους τσιμπούσαν τις ψυχές επι ματαίω, γιατί τα νύχια τους δε φτάναν κάτω από τη μάκα. Ήταν καιρό άπλυτοι και τα συναισθήματά τους θολά.

Έπρεπε να 'σουν εκεί να τους έβλεπες προχτές, πως φοβόντουσαν τη βροχή. Γιατί η βροχή καθαρίζει. Και η βρώμα που μένει καιρό, κολνάει στο δέρμα, και μετά τσούζει όταν την τραβάς.

Στραβοκοιτιούνται μεταξύ τους γιατι κάθε ένας εκεί έξω μπορεί να τους έχει πάρει αυτό που τους λείπει. Η να τους πάρει ότι τους απέμεινε. Ένα μεγάλο αραβικό παζάρι εικονικής ιδιοκτησίας οπου τίποτα δεν είναι μονιμότερο του προσωρινού και τίποτα δε σε ακολουθάει στον τάφο. Oύτε καν το σώμα σου, που ξοδεύεις τόση ψυχή για να το συντηρήσεις. Και το χειρότερο είναι ότι κανείς δεν ξέρει που είναι η καταραμένη μαιμού που κλέβει τα πορτοκάλια!

Όλα είναι άμμος που γλιστρά ανάμεσα στα δάχτυλα και όλοι ονειρεύονται με αυτήν να χτίσουν σπίτι. Και που και που πως να σκοτώσουν τον ευτυχισμένο που κοιμάται στην παραλία. Γιατί δεν άκουσε τον Πλάτωνα και το σώμα του, ξαπλωμένο φωνάζει, ότι απέναντι από το θέατρο σκιών υπάρχει ένας κόσμος με χρώματα. Αλλά για να τον δεις, πρέπει να μάτια σου να συνηθίσουν τον ήλιο, και αυτή η κίτρινη αηδία καίει, τσούζει τη συνείδηση.

Γιατι έχει η ηθική τους μια πληγή και το φως την καυτηριάζει. Αλλά το πύον έχει γλυκιά γεύση και το παυσίπονο είναι ήδη στη χούφτα και σου χαμογελάει. Λέγεται χρήμα και έχει ένα πρόβλημα για κάθε σου λύση. Αλλά ρωτάει ωραία το άτιμο!

Είναι η λύση για όλα σου τα "ήθελα" που μετά θα γίνουν ντεμοντέ γιατί ποτέ δεν υπήρξαν. Βουλώνει τα μάτια σου με ζαχαρίνη για να είσαι τόσο σίγουρος ότι είναι γλυκιά που να ξεχνάς ότι τσούζει. Για να γεννάει επιθυμίες πιο γρήγορα από την αντίληψη της ηδονής σου, ώστε να φας τουλάχιστον δεκα πάστες πριν καταλάβεις ότι η σοκολάτα σου φέρνει αναγούλα. Κοιμίζει τα αντανακλαστικά σου για να γελάς με τα εμετικά. Και πονάει όταν λείπει για να μη σκέφτεσαι τι έλειπε πριν.

"Τι κοινό έχει η περίοδος με το μισθό;"

"Έρχονται μια φορά το μήνα, κρατάνε 5 μέρες και μετά αρχίζουν τα γαμήσια!"

Διότι πρέπει να πάρεις τον καφέ έτοιμο, και να τον πληρώσεις όσο κάνει το κουτί ολόκληρο. Πρέπει να πληρώνεις για να γεμίζεις το χρόνο σου χωρίς να διασκεδάζεις. Και να κλαις που δεν έχεις να φας, για να δώσεις τροφή στην κακία σου απέναντι σε όσους έχουν. Και με κοιτάς στραβά, που σε κοιτάω στραβά, επειδή κοιτάς στραβά τις τιμές στη βιτρίνα στην ερμού, διότι και αυτές σε κοιτάνε στραβά. Και γυρίζεις πίσω να βρεις κάτι άλλο να κοιτάξεις , και κοιτάς στραβά το βρετανό που τραγουδάει το Stairway to Heaven. Και θες να τον σκοτώσεις γιατί ζητάει λεφτά και είναι χαρούμενος. Και θα 'πρεπε να υπάρχει νόμος που να το απαγορεύει αυτό. Πουτάνα κοινωνία!

Και όλοι δουλεύουν σε άθλιες συνθήκες, ειδικά αν μετρήσεις για δουλειά από την ώρα που σηκώνονται μέχρι την ώρα που κοιμούνται, γιατί ότι σε κουράζει είναι δουλειά - κι αυτούς τους κουράζει η ζωή.

Κι αν ακόμα οι μισοί πεθαίνουν από Καρκίνο Καρδιά Εγκεφαλικό, δε ακούν ποτέ το Κ.Κ.Ε. κι όταν βγαίνουν στους δρόμους ζητάνε λεφτά. Γιατί όσο περισσότερα πάρουν, τόσο πιο γρήγορα θα τους τα επιστρέψουν κι ακόμα πιο γρήγορα θα πεθάνουν. Αλλά σημασία έχει ότι έστω και για μια στιγμή περάσαν από τα χέρια τους και συμπληρώσαν την αξία που τους λείπει.

Και ζήτω το κίνο! Γιατί τίποτα δεν αξίζει τόσο όσο το να γεννιέσαι και να πεθαίνεις κάθε πεντε λεπτά, ενώ γύρω σου δεν αλλάζει τίποτα.

*Πριν κάποια χρόνια στόλιζα μπάρες με ποτήρια χρωματιστά μέχρι τη μέση, για να συμφιλιώνω ελαττωματικές ψυχές με κοινότοπες ιστορίες. Μετά τις τρείς φορές που βλέπαν πίσω από τα ποτηρια τους, οι συσκευασίες των προβλημάτων τους είχαν όλες το ίδιο χαρτί, και αυτοί δηλώναν στο ληξιαρχείο το ίδιο επώνυμο.

"Τι έχεις και μου 'σαι έτσι σήμερα;" ρώτησα.

"Ά, ρε φίλε... ξέρεις τι θα 'κανα άμα κέρδιζα αύριο τους αριθμούς;"

"Όχι αλλά θέλω να μάθω!"

"Θα έπαιρνα σπίτι, αλλά όχι... όχι εδώ! σκοτίστικα αν θα μαι κοντά στη δουλειά! Στη χαλκιδική! Αλλά ούτε κι εκεί, θα χει κόσμο τα Σαββατοκύριακα! Και αμάξι! Απ' αυτά που καινε πολύ βενζίνα! Και θα πήγαινα ταξίδια! Στην Αυστραλία! Αλλά όχι... όχι εκεί, έχει μεγάλα κουνούπια! Στον Καναδά! Αλλά όχι...όχι...θα...όχι...θα..."

"Άστο ρε Χάρη! Χέσ'το ρε αγόρι μου! Γυαλίζει ο μάτης σου! Ακόμα δεν τα πήρες κι αγχώθηκες! Δεν είναι για σένα αυτά... έχεις και δυο παιδιά! Καλά δεν είμαστε εδώ που τα λέμε ωραία, και πίνουμε και τα ποτάκια μας; Για αυτό σου λέω, άστο να πάει στον κόρακα,δεν είναι για μας αυτά!"

"Άντε, και το επόμενο κερασμένο από μένα. Μόνο μια χάρη θέλω, Χάρη μου: Να χαρείς, πάρε από μπροστά μου αυτό το joker και κρύψ'το, γιατί δε λέει καθόλου καλά αστεία!"

I see a rainbow in the sky
So many colors and the light
I see the world and I see all the people
How they're running all the time

I see your shadow over me
Then in my ears I hear a symphony
I see the world and I see all the people
What they are doing what they need

They need a million and a billion
And your money too
They need a million and a billion
And your money too

I feel fine though I realize
That I don't need the million
They are all poor

I feel fine though I have eyes
To see my world and all it skits on ice

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2008

Περί Μοναξιάς (πράξη 4η)

Διονύσης


7 η ώρα. Σκοτείνιασε ήδη. Πλάκα πλάκα χειμώνιασε. Πέρασαν οι μέρες... Ποιες μέρες; Μήνες! Και δεν πήρε χαμπάρι. Πότε ήταν όταν ξεκίνησε τα ταξίδια; ούτε που θυμάται. "Γέρασα" σκέφτηκε. "Έκλεισα φέτος τα 37!" είπε και γέλαγε μόνος του. Δε ένιωθε κάποια ανάγκη να διακωμωδήσει την κατάστασή του, του έβγαινε τελείως φυσικά.

Το μεσημέρι είχε αράξει σε ένα καφενείο - ουζερί από αυτά που βρίσκονται πάνω στην εθνική οδό. όπως πάντα, αργά ή γρήγορα, θα έπιανε κουβέντα με κάποιον νταλικέρη. θα τον κερνούσε κάνα δυο ποτηράκια και μετά θα έμπαινε μαζί του στην νταλίκα και όπου τον βγάλει ο δρόμος. Προτιμούσε τα χωριά, αλλά είχε μείνει και σε αρκετές πόλεις. Έμενε κάποιες μέρες, συνήθως φιλοξενούμενος σε σπίτια, σε ανθρώπους που γνώριζε εκείνη τη μέρα. Είχε λεφτά για να νοικιάσει και δωμάτιο, πολλές φορές το 'κανε κι αυτό. Η αναπηρική του σύνταξη ήταν υπεραρκετή Αλλά προτιμούσε να χαλάει τα λεφτά του σε κεράσματα και δώρα. Πολλές φορές άφηνε και μερικά χαρτονομίσματα κάτω από το μαξιλάρι που κοιμόταν, πριν φύγει από το σπίτι που έμενε.

Αυτή ήταν η ζωή του τους τελευταίους μήνες. Βόλτες, καφενεία και άραγμα στις πλατείες. Και πολλά άλλα πράγματα ανάλογα το μέρος που βρισκόταν. Γνώριζε κόσμο και αφηνόταν στις συζητήσεις μαζί τους. Ήταν ανοιχτός στις προτάσεις τους. Λαρισαίος στη Λάρισα και Κρητικός στην Κρήτη. Ήταν για αυτόν οι προσωρινοί του φίλοι, τα εφήμερα αδέρφια του. Οι ερωμένες του, ήταν σύζυγοι του για μια βδομάδα. Ζούσε τη στιγμή. Μόνο αυτό είχε σημασία.

Κάθε φορά συστηνόταν με διαφορετικό όνομα όπου πήγαινε. Δεν τον ενδιέφερε η υστεροφημία. Αντιθέτως ήθελε να την αποφύγει. Είχε τόσο υποφέρει από αυτήν. Από τη σημασία που της είχε ο ίδιος δώσει. Και οι γύρω του. Οι πρώην αγαπημένοι του φίλοι, συγγενείς, κτλ. Δεν ήθελε κανείς ποτέ να συνδυάσει το όνομά του με πράξεις και καταστάσεις. Ήθελε όπου πήγαινε, ή ζωή του να αρχίζει τη στιγμή που θα πατήσει το πόδι του και να τελειώνει όταν φεύγει. Μαζί με το όνομά του πολλές φορές άλλαζε την εμφάνιση, τα μαλλιά, τα μούσια... ακόμα και το χαρακτήρα του. Γινόταν άλλος άνθρωπος. Ακολουθούσε το ρεύμα και τις καταστάσεις. Ήταν κι αυτό ένα κομμάτι εξάλλου του "αφήνομαι στη ζωή κι όπου με πάει". Δεν ήθελε περιορισμούς στις πιθανές εμπειρίες του. Κανέναν. ήθελε να ζήσει όλες αυτές τις ζωές που δεν έζησε. Να έχει μια ευκαιρία να κάνει όσα δεν έκανε. Και να γίνει όλοι αυτοί οι άνθρωποι, που με τις επιλογές του δεν έγινε ποτέ. Μέχρι την επόμενη αναχώρηση.

Και γνώρισε πολλούς ανθρώπους. "Πάτερφαμίλιες", πόρνες, μεγαλοστελέχη, ηθοποιούς, εμπόρους, πρεζάκηδες, αγρότες, συνταξιούχους, πιτσιρίκες, αλλοδαπούς, ανάπηρους, μοιραίες γυναίκες και κληρικούς. Και πολλούς άλλους ακόμα. τους αγαπούσε όλους για λίγο καιρό, και μετά τους διέγραφε. Έτσι κι αλλιώς, ειδικά τον τελευταίο καιρό, τους ξέχναγε όλους. Του είχε ήδη γίνει πολύ δύσκολο να θυμάται καταστάσεις και ονόματα. Ήταν πλέον φανερό ότι η αρρώστια είχε προχωρήσει. Δεν τον πείραζε το είχε αποδεχτεί. Μπορούσε ακόμα να κρατάει την ουσία. Ζούσε μέσα και παράλληλα από τις ζωές αυτών που γνώριζε. Ζούσε περιστασιακά αλλά δυνατά. Έκλαιγε με τον πόνο τους και γελούσε με τη χαρά τους. Δεν ήθελε κάτι άλλο αυτό του αρκούσε. Μικρές περιστασιακές ζωές, γεμάτες συναισθηματική ένταση, με ημερομηνία λήξης. Έφευγε πριν προλάβει να βαρεθεί. Προτού όλα γίνουν προβλέψιμα και προτού δεθεί υπερβολικά μαζί τους. Έφευγε και ξέχναγε το μέρος και τους ανθρώπους, κρατώντας μόνο τη γλυκόπικρη γεύση στον ουρανίσκο.

Όταν πρωτοβγήκαν τα αποτελέσματα των εξετάσεων, του είχαν κοπεί τα πόδια. Εκείνη η πάρα-πάρα-πάρα πολύ σπάνια αρρώστια με το δύσκολο όνομα. Που προσβάλλει τα νεύρα και οδηγεί αργά, αλλά σταθερά σε παράλυση, καθώς και σε εκφυλισμό των εγκεφαλικών κυττάρων. Φυσικά κανείς ποτέ δεν προλαβαίνει να χαζέψει τελείως. Έχει πεθάνει πολύ νωρίτερα.

Δεν ήξερε τι να κάνει. Ο χρόνος που του έδιναν ήταν πάρα πολύ λίγος. Όλα του τα σχέδια κατέρρευσαν σαν πύργος στην άμμο. Όλοι οι "αγαπημένοι" του τον έκλαιγαν και τον κοίταζαν με οίκτο, ωσάν να είχε ήδη πεθάνει. Ώσπου κατάλαβε.
Κατάλαβε ότι οι δικοί του άνθρωποι, θα προγραμμάτιζαν για αυτόν την υπόλοιπη ζωή του και τον θάνατό του. Μια "υπόλοιπη ζωή" υπερπροστατευτική και αποστειρωμένη. όπως είχαν έμμεσα προγραμματίσει και την μέχρι τότε ζωή του. Τις "καλές" σπουδές, την "καλή" γυναίκα, την "καλή" δουλειά.. Εκεί όμως ήταν το πρόβλημα. Δεν ήθελε τα "καλά". Τα ήθελε ΌΛΑ!



Δεν ήθελε να ζήσει προστατευμένος από τις εμπειρίες των άλλων. Ήθελε να τα δοκιμάσει όλα, και να αποφασίσει μόνος του. Βέβαια, τώρα δεν είχε πια την πολυτέλεια του χρόνου για να αποφασίσει κάτι και να πορευτεί με αυτό. Το λιγότερο όμως που μπορούσε να κάνει, και ταυτόχρονα το πιο σημαντικό δώρο μου θα μπορούσε να του κάνει κάποιος, θα ήταν να τα δοκιμάσει. Και θα το κανε το δώρο αυτός, στον εαυτό του.

Κι αυτό έκανε. Κι έτσι βρέθηκε σε αυτό εδώ το κουτούκι. Σε μια πόλη που δεν ήξερε. Με ανθρώπους που δεν ήξερε. Μακριά από αυτούς που ήξερε. Από αυτούς που δεν ήξεραν να ζήσουν. Από αυτούς που από την "αγάπη" τους και το "φόβο" τους δεν άφηναν κι αυτόν να ζήσει. Και δεν του έλειπαν καθόλου. Και το αλκοόλ, αυτές τις ώρες, βοηθούσε λίγο σε όλα αυτά. Ευλογημένο αλκοόλ! Πάντα μόνος του ήταν. Απλά το κατάλαβε αργά. Χρειάστηκε να αρρωστήσει πρώτα. Ευλογημένη αρρώστια! Ήταν το ωραιότερο δώρο της ζωής του! Πόσο ανάγκη είχε να νιώσει κοντά του το θάνατο, για να εκτιμήσει επιτέλους τη ζωή. Και να τη ζήσει επιτέλους για τον εαυτό του. Πόσο όμως! Αν μπορούσε να ευχηθεί κάτι για όλη την ανθρωπότητα, αυτό θα ήταν να πάθουν όλοι μια σοβαρή αρρώστια. Και μόλις εκτιμήσουν τη ζωή, να θεραπευτούν! Αλλά τελικά το σημαντικό για αυτούς, θα ήταν να αρρωστήσουν. Όσο ξεφτιλισμένο κι αν ακούγεται.

"Εβίβα!"
Φωνάξανε όλοι μαζί και ύψωσαν τα ποτήρια τους!
"Εβίβα!"
Είπε κι ο ... Μήτσος (έτσι τον λέγαν εδώ) και τσούγκρισε.
"Να σκάσουν οι οχτροί μας!" Ακούστηκε μια γελαστή φωνή από κάπου.
"Όχι!" είπε, χωρίς να σκεφτεί, ο Διονύσης. "Να πάθουν καρκίνο!"
Σχετική παγωμάρα επικράτησε για μισό δευτερόλεπτο. Ο γηραιότερος (και αρκετά πιωμένος) πήρε το λόγο, γελώντας.
"Χαχαχα! Έχεις περάσει πολλά εσύ έτσι; Ξέρεις! Χαχαχα! Είσαι μεγάλο αρχίδι εσύ! Είσαι άρρωστος, ρε! Πολύ σε πάω! Στην υγειά σου! Άχαχαχα!"
Και όλοι, κι ο Διονύσης μαζί ξέσπασαν σε γέλια. Και ανάμεσα σε δυο χαχανητά, μουρμούρισε χαμογελώντας:
"Ναι είμαι άρρωστος, είμαι μεγάλο αρχίδι!"

Δε ένιωθε κάποια ανάγκη να διακωμωδήσει την κατάστασή του, του έβγαινε τελείως φυσικά.









Στέλιος



- Τι θα γίνει επιτέλους; Μπορείς να μου εξηγήσεις γιατί με πήρες τριανταδύο φορές; Ποτέ δεν έχω ξαναδεί τριανταδύο κλήσεις στο κινητό μου! Ποτέ!
- Είχες πει ότι θα μου κάνεις αναπάντητη να σε πάρω όταν θα γύριζες σπίτι και ανησύχησα!
- Με πήραν τηλέφωνο με το που μπήκα σπίτι και ξανάφυγα. Και φεύγοντας το ξέχασα πάνω στο τραπέζι της κουζίνας! Μόνο δυο ώρες έλειψα! Πότε πρόλαβες και τις έκανες; Και τελοσπάντων, τι σου έφταιξαν οι γονείς μου να το ακούν όλο το βράδυ;
- Έχεις δίκιο. Μαλακία έκανα, συγνώμη. Απλά ανησύχησα.
- Τι ανησύχησες μωρέ; Μη βρήκα γκόμενο; Τόση πολλή εμπιστοσύνη μου χεις πια;
- Ο..ο...όχι! Δε...δεν ήταν αυτό! Αλήθεια σου λέω! Απλά να ... ανησύχησα...
- Αμάν μωρέ ανησύχησες κι ανησύχησες! Ούτε η μάνα μου να 'σουνα! Ούτε αυτή δεν κάνει έτσι!

Αυτό το τελευταίο τον πείραξε. Δεν είπε τίποτα.

Ήξερε ότι γινόταν πιεστικός. Δεν ήταν από ζήλεια, όντως. Αν τον απατούσε θα της το συγχωρούσε, αρκεί να ήθελε να είναι μαζί του. Πάντα έτσι ήταν ο Στέλιος. Ο ίδιος όμως δεν είχε απατήσει ποτέ.

Και ποτέ δεν έκοβε επαφή με τις πρώην του. Κρατούσε τα τηλέφωνα και τις έπαιρνε μια στο τόσο, να μάθει αν είναι καλά και να ακούσει νέα τους. Τους είχε προκαλέσει πολλά ερωτηματικά αυτή του η συμπεριφορά. Πολλές επιδίωξαν επανασύνδεση. Και έπεσαν από τα σύννεφα όταν τους είπε ότι δεν θα 'θελε κάτι τέτοιο. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν πως γίνεται να τις αγαπάει και να μη της θέλει. Και δεν ήθελαν.

Προφανώς και με κάποιες έκοψε επαφή. Αλλά του στοίχησαν. Και το χειρότερο ήταν με την Έλλη.

Ήταν πάντα πολύ τρυφερός στο κρεβάτι. Και το σεξ μαζί του μια ατέλειωτη αγκαλιά και ένα αέναο φιλί. Σίγουρα είχε και ένταση και πάθος, αλλά ούτε μελανιές ούτε βρωμόλογα. Ούτε και ήθελε να έχει. Η Έλλη αντίθετα ήθελε. Και του το ζητούσε. Από την πρώτη κιόλας φορά.

- Σκίσε με καυ^!@ρη μου!

Ο Στέλιος πάγωσε.

- Σταμάτα σε παρακαλώ δε μου αρέσει αυτό.
- Εμένα όμως μου αρέσει! Να με γ@#@ς με το σκληρό σου π*u#σο!
- Σου είπα σταμάτα, δε γουστάρω μαλακίες!

Τραβιέται.

- Τι έπαθες μωρέ; Τι είναι εδώ, εκκλησία; Γίνε λίγο άντρας!
- Εγώ έτσι είμαι και σε όποιον αρέσει. Κι αν δε γουστάρεις να μου πεις να φύγω.
- Να φύγεις και αν δεν βρεις το πουλί σου να μην με ξαναενοχλήσεις!
- Έγινε. Δε σε ξαναενοχλώ. Να βρεις κάποιον άλλον να σε ξεφτιλίσει, αφού το 'χεις τόσο πολύ ανάγκη. Γεια!
- Στα τσακίδια! Να σε χαίρεται η μανούλα σου, τέτοιον άντρα που 'κανε!

Έφυγε. Ήθελε να κλάψει από τα νεύρα του, αλλά συγκράτησε τα δάκρυά του. Η Έλλη όχι.

Από τότε που πέθανε η μάνα του νόμιζε ότι τα κατάφερνε πολύ καλά. Καλύτερα από όλους στην οικογένεια. Αυτό που δεν καταλάβαινε, ήταν πόσο άνετα κάποιοι την έβαζαν στο στόμα τους. Είχε κάνει τα πάντα για αυτήν, καθώς ο «λύκος» έτρωγε το ασθενικό της κορμί. Ήταν ο μόνος που μπορούσε να την κάνει να χαμογελάσει, ακόμα και στα τελευταία της. Έκλαψε στην κηδεία της. Κι από τότε ποτέ ξανά. Αν ήξεραν όλοι αυτοί που άνοιγαν έτσι εύκολα το στόμα τους.

Πόσο πολύ του έλειπε μερικές φορές. Πόσο ανάγκη είχε να ακούσει τις συμβουλές της, να νιώσει το χάδι της και την αγκαλιά της. Και πόσο πόνεσε η καρδιά του στην ορκωμοσία του. Όταν είδε χιλιάδες συνομήλικους του γύρω του να αγκαλιάζονται χαρούμενοι με τους πατεράδες τους, τα αδέρφια τους και... και τις μανούλες τους... Ήξερε βαθιά μέσα του ότι, όσο κι αν ήπιε εκείνη τη μέρα, όσο κι αν πόνεσε, ακόμα κι όταν ζαλιζόταν κάποια στιγμή, δεν δάκρυσε. Ο θεός μόνο ξέρει,πόσο πολύ ήθελε να κλάψει. Όμως δεν το κανε. Γιατί ήταν χαρούμενη στιγμή. Έπρεπε να ναι!

Γιατί ποτέ δεν θα έδινε δικαίωμα. Ήταν πάντα η ψυχή της παρέας. Ο κεφάτος, με το έξυπνο χιούμορ, αλλά και τα καραγκιοζιλίκια του. Δεν ήθελε ποτέ να βλέπει σκυθρωπά πρόσωπα. Στενοχωριόταν κι αυτός πάρα πολύ. Πάντα ήθελε να προσπαθεί να δώσει λύσεις σε όλους. Κι αν δεν μπορούσε, έκανε τα πάντα για να τους φτιάξει το κέφι. Δεν μπορούσε να βλέπει δακρυσμένα μάτια, και χλωμά πρόσωπα. Ειδικά τις γυναίκες.

Οι γυναίκες ήταν, είναι και θα είναι πάντα για αυτόν τρυφερά πλάσματα, αγγελικά πλασμένα. Το χαστούκι τους είναι χάδι και η βρισιά νανούρισμα. Και έπρεπε να τις φροντίζει, να τις χαϊδεύει και να τις προσέχει.

Πέρασαν όμως τόσα χρόνια.... Και ακόμα κάτι τον βασανίζει...

Κάθεται στο κρεβάτι και παίρνει κιθάρα του να παίξει. Ούτε στο κομπιούτερ μπορούσε να ξεχαστεί σήμερα ούτε στην τηλεόραση.

. Κάτι τον τρώει. Αλλά και στην κιθάρα οι νότες δεν του βγαίνουν. Σήμερα κάτι πάει στραβά. Το νιώθει. Και ένα ρίγος. Κοιτάζει το μισάνοιχτο παράθυρο. «Αυτό μάλλον είναι», σκέφτεται. «Μπάζει». Σηκώνεται να το κλείσει. Και εκείνη την ώρα κάθεται εκεί μια κίσσα.

“Μα... αυτό είναι το πουλί που... που... ήταν τότε στο νοσοκομείο!”

“Και το φεγγάρι! Είναι ίδιο! Το ίδιο ακριβως που ήταν και... και...”

Ξαφνικά θολώνει. Παίρνει την κιθάρα και τη σπάει στο παράθυρο, προσπαθώντας να πετύχει το πουλί.

“Φύγε γαμημένο, φύγε! ΦΥΓΕΕΕ! Μου την πήρες! Τι άλλο θες πια; Μου τα πήρες ΌΛΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!”

Ξεσπάει σε κλάματα. Τρέχει στη γωνία του δωματίου με μια κουβέρτα κι ένα μαξηλάρι. Κρύβεται από κάτω και ζαρώνει, σε στάση εμβρύου. Και κλαίει, όπως δεν έκλαψε ποτέ. Ούτε στην κηδεία.

“Γιατί έφυγες; Γιατί με άφησες μόνο μου; Τι έκανα λάθος κι έφυγες; Πες μου, τι; Γιατί δεν μπορώ να καταλάβω τι γίνεται... Χάνω το μυαλό μου! Τη μια στιγμή γέλαγες, και πίστεψα οτι θα μείνεις, αλλά εσύ έφυγες...”

Οι λυγμοί τον πνίγουν. Χτυπαει το χερι του στο πάτωμα και ματώνει.

“Κι από τότε ψάχνω την αγάπη! Ψάχνω τη δικιά μου αγκαλιά! Αυτή που δε θα μοιάζει με καμία άλλη! Μα δε τη βρίσκω, δεν είναι πουθενα! Όσο κι αν ανοιξω τα χέρια μου δε φτάνει για να αγκαλιασω καποια και να νοιώσω έτσι όπως θα θελα, όπως θυμάμαι... Όσο κι αν προσπαθώ ότι κι αν κανω, όλοι φεύγουνε.... τίποτα δεν είναι αρκετο!”

“Θέλω να πεθάνω γαμώτο! Είμαι τόσο μόνος... Όχι! Όχι δε θέλω να πεθάνω! Θέλω να ξαναγίνω πάλι μικρός... πολύ μικρός! Μια χούφτα άνθρωπος! Και να με πάρει πάλι αγκαλιά! Και... και να νοιώθω πάλι τα χέρια της να με τυλίγουν! Και να με κρύβουν ολόκληρο! Και να χάνομαι στη σκοτεινή ζεστασιά... Μόνο τότε υπάρχει αγάπη! Το ξέρω...”

Γυρίζει το κεφάλι. Το φεγγάρι είναι ακόμα εκεί και τον κοιτάει αμείλικτο.

Κρύβεται ακόμα περισσότερο στην κουβέρτα.

“Αλλά δεν γίνεται, το ξέρω. Τίποτα δεν είναι αρκετό. Ότι και να κάνω, όσο και να φροντίζω κάποια, όσο και να αγαπάω... όσο και να αγαπάω... ότι και να κάνω δεν είναι αρκετό... για να γυρίσει πίσω...”


_


_

…….η μανούλα................μαμά..................πονάω...........

_


_





Is this our last chance to say all we have to say
Hiding here inside ourselves we live our lives afraid
So close your eyes and just believe in everything your told
Cause in this land of great confusion it's easy to give up control

Strange world people talk and tell only lies
Strange world people kill an eye for an eye
Strange world dream one-day we'll see the light
Strange world believe and everything will be alright

And this is the place where everything begins and ends again
No secrets left to find no seven deadly sins
This world that we have wasted has kept us very well
When science now is sacred who will save us from ourselves

Συνεχίζεται... και τελειώνει... και τα ονόματα πέσαν από ψηλά με μια άγρυπνη βροχή.