BLOGGER TEMPLATES AND TWITTER BACKGROUNDS »

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2007

Περί μοναξιας (πράξη 3η)

Εμμανουήλ.

 

 

-         Βασικά, έλεγα, αφού δεν έκατσε η φάση εδώ, ψήνεσαι να πάμε με το αμάξι σπίτι σου να πάρω το laptop και να δούμε καμιά ταινία;

-         Με αμάξι έχεις έρθει;

-         Ναι με ένα Avensis.

-         Δηλαδή έχεις αμάξι, και λάπτοπ;

-         Ναι.

-         (Σκέφτεται) ...... θες να σου πάρω μια πίπα;

 

Εντάξει. Οκ. Έχει συνηθίσει κάποια πράγματα. Δεν είναι ότι διατηρεί κάποια ρομαντική πλευρά για τον κόσμο. Αλλά δεν πρόκειται να διαφωνήσει όμως ξανά με κάποιον μεγαλύτερο στο ότι η νεολαία έχει ξεφύγει τελείως. Κάποιες φορές λες ότι, πλέον το ποτήρι ξεχείλησε. Το πιπίνι δίπλα του, ανάθεμα κι αν έχει πατήσει τα 20. Δεν είπαμε να μη γαμηθεί ρε γαμώτο, αλλά έλεος! Όχι κι έτσι!

Και τέλος πάντων όντως τείνει να πιστέψει ότι όλες πηδιούνται για τα λεφτά. Ότι κι αν σημαίνει αυτό. Δοκίμασε τα πάντα. Διαφορετικές κοπέλες, διαφορετικές προσεγγίσεις διαφορετικά μέρη (ακόμα και σε άλλες χώρες) αλλά τζίφος. Παντού τα ίδια. Φίλους έχει - κάποιους λίγους. Σύμφωνα με τον πατέρα του κάποια στιγμή θα εξαφανιστούν κι αυτοί. Σύμφωνα με τον παντογνώστη μπαμπά, όσο πιο ψηλά φτάνει ένας άντρας τόσο πιο λίγοι χωράνε δίπλα του. Λες;

Η μαμά; Ποια μαμά; Δε θυμάται τίποτα ούτε και ξέρει κάτι για αυτή. Ο πατέρας του δε μιλάει για αυτήν. Έχει απομακρύνει οποιονδήποτε μπορεί να ξέρει κάτι για αυτήν και απαγόρευσε σε όποιον έμεινε να πει το οτιδήποτε. Δε το παραδέχτηκε ποτέ, αλλά είναι φως- φανάρι. Δεν ένιωσε ποτέ καμιά απώλεια γιατί δεν ήξερε και πως είναι για να του λείψει. Στην τελική ούτε πατέρα είχε. Δεν έπαιζε ποτέ μαζί του – πλήρωνε άλλους για αυτή τη δουλειά. Όταν δε δούλευε και ήταν σπίτι ήθελε να ξεκουραστεί και να είναι κυρίως μόνος του. Η σχέση τους περιοριζόταν κυρίως σε συμβουλές. Τις οποίες προσπαθούσε τόσο σκληρά να αποδείξει ότι ήταν λάθος. Αλλά δε τα κατάφερνε. Δεν ήθελε όμως να το παραδεχτεί. Όχι ακόμα.

Δηλαδή... πως γινόταν αυτό; Λίγοι φίλοι, και καμιά γυναίκα να μη θέλει να τον καταλάβει όσα κι αν προσπαθεί να δείξει από τον εαυτό του. Το μεγαλύτερο του κόλπο απέτυχε. Παντρεύτηκε στα 22 την καλύτερη του φίλη. Είχαν που είχαν περιστασιακές σεξουαλικές σχέσεις, ήταν και τόσα χρόνια φίλοι, ήξερε και τόσα πράγματα για αυτόν είπαν να το κάνουν το πείραμα. Ήταν ένα μείγμα αντίδρασης και ανεξαρτητοποίησης, από όλους. Δέχτηκαν πόλεμο από παντού. Το περίμενε. Αυτό που δεν περίμενε ήταν ότι θα αρχίσει να φθείρεται η σχέση τους. Ότι θα αρχίσει να τον ζηλεύει. Την ώρα μάλιστα που τη χρειαζόταν πιο πολύ. Δεν περίμενε ότι θα μείνει μόνος του, ούτε ότι θα αντιδράσει τόσο άσχημα.

Ούτε ακόμα και ότι, 8 μήνες μετά που χωρίσανε θα διεκδικούσε διατροφή μέσω δικηγόρου. «Μανώλη μου, πραγματικά δε το 'θελα αυτό!» του είπε με δάκρυα στα μάτια. «Δε μπορείς να φανταστείς τι γινόταν, τι μου λέγανε, ότι με εκμεταλλεύτηκες, ότι...»

Εκεί κάπου της το 'κλεισε στα μούτρα. Δεν ήθελε να της ξαναμιλήσει. Για τα υπόλοιπα φρόντισε ο πατέρας του, με τους καλύτερους δικηγόρους. Όχι μόνο δεν πήρε τίποτα η Τίνα, αλλά πλήρωσε και τα δικαστικά έξοδα. Με τέτοιες «μαρίδες» - όπως έλεγε -  ο μπαμπάς πρέπει να ξεμπερδεύεις γρήγορα και αποτελεσματικά. Και μετά του είπε και το άλλο: «Εντάξει μικρός είσαι και θα κάνεις τις μαλακίες σου. Όπως φρόντισε κι ο τρανός μου για την έκτρωση έτσι θα φροντίσω και γω για σένα. Η ζωή κάνει κύκλους και μου το 'λεγε και μένα ο γέρος. Κάνε ότι γουστάρεις δε σου απαγόρευσα ποτέ τίποτα. Μόνο να φροντίσεις να μην επαναλαμβάνεις τα ίδια λάθη – αυτά είναι για ηλίθιους. Και όσο πιο γρήγορα σοβαρευτείς τόσο καλύτερα θα περάσεις. Η ζωή αρχίζει μετά!»

Κάποιες φορές του λείπει η Τίνα. Κάποιες φορές θα 'θελε να ακούσει τι θα ‘λεγε η μάνα του για όλα αυτά. Ίσως το πρόβλημα είναι ότι δεν άκουσε ποτέ την άλλη άποψη. Ίσως επειδή δε τη γνώρισε ποτέ να έχει την ευκολία να της προσδίδει ότι χαρακτηριστικά θέλει αυτός. Μαλακίες μωρέ.

Είναι όντως έτσι τελικά; Ο κόσμος είναι τόσο στεγνός, τόσο αποστειρωμένος από οποιοδήποτε υγρό και αέρινο συναίσθημα; Όλοι είναι καλλιτέχνες και ρομαντικοί και θαρραλέοι όταν δεν έχουν τίποτα να χάσουν; Μέχρι δηλαδή να δούνε το χρώμα του χρήματος; Και τελικά τι είναι οι ζωή; Να είσαι μόνος σου σε έναν κόσμο άλλων 10-15 μόνων και να καυχιέστε για το τι έχετε πετύχει; Και όλοι οι άλλοι στη ζωή σου να είναι περιστασιακές απολαύσεις και να διαρκούν μέχρι να αδειάσει το περιεχόμενο της συσκευασίας; Τελικά μήπως έτσι ήταν παντού και σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, απλώς, όποιος έχει τα εφόδια να παίξει το παιχνίδι μέχρι το τέλος βλέπει το παιχνίδι νωρίτερα;

Όχι δεν ήθελε να το δεχτεί αυτό. Όχι ακόμα. Μόνο 25 χρονών είναι, γαμώτο! Κι όμως δεν μπορεί κανείς να τον καταλάβει. Δεν μπορεί να ξεχάσει το βλέμμα των ανθρώπων γύρω του σε εκείνο το group-therapy που τον είχε στείλει ο πατέρας του μετά το χωρισμό του. Όλοι είχαν εκείνο το «άσε μας ρε φίλε εσύ δεν ξέρεις τι έχεις! Μπορείς να 'χεις όλο τον κόσμο στα πόδια σου και μας μιλάς για προβλήματα;» βλέμμα. Όλοι, ακόμα κι ο ψυχολόγος. Ναι ήταν πολύ κακός ψεύτης. Πολύ κακός για τα λεφτά που έπαιρνε.

-         Μανώλη θέλω να ξέρεις ότι δε τα κάνω ποτέ αυτά από το πρώτο ραντεβού. Δε μου 'χει ξανασυμβεί ποτέ αυτό το πράγμα. Με έχεις, πως να το πω συνεπάρει, και πραγματικά, το νιώθω αυτό που θέλω να κάνω. Σαν να σε έψαχνα...

Μπλά μπλα μπλα. Ναι ξέρω. (Σκέφτεται) Παίξε την κασέτα σου. Ξέρεις πόσες έχω γνωρίσει που «δε τα συνηθίζουν αυτά, είναι η πρώτη φορά που..., κτλ.»; Εμπρός, απέδειξε και συ στον πατέρα μου πόσο δίκιο έχει και κάνε περήφανη τη μάνα σου για το κελεπούρι που γύρισε να σε κοιτάξει. Τι διάολο, πες ότι θες κούκλα μου, δεν πειράζει πια. Εξάλλου, η μεγαλύτερη πουτάνα από όλες σας...

 

Είμαι ΕΓΩ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Olga.

 

-         (Ουρλιαχτό)

-         ΕΤΣΙ! Τσίριξε μωρή βρωμιάρα σκύλα! Τσίριξε για να θυμάσαι και συ και να ακούνε και όλοι τι παθαίνει όποιος πάει να τη φέρει στο αφεντικό! Τσίριξε μέχρι να φτύσεις αίμα από το στόμα! Κι από κάτω θα φτύσεις αίμα μωρή ψώλα, αλλά αυτό θα το φροντίσουμε ΕΜΕΙΣ!

Ξέρει πια. Όλες οι ιστορίες ήταν αλήθεια για αυτές που προσπάθησαν να φύγουν και τις έπιασαν. Άλλο να στο λένε όμως. Και τώρα βρίσκει τον εαυτό της να προσπαθεί να απομακρύνει το μυαλό της από αυτό που συμβαίνει. Μια καύτρα από τσιγάρο, ενός από τους βασανιστές της, την επαναφέρει στην ωμή πραγματικότητα. Το έσβησε στην πατούσα της. Γιατί εκεί δε φαίνονται οι πληγές. Προφανώς και σκοπεύουν να την ξαναβάλουν στη δουλειά. Σε κάνα μήνα ίσως που θα 'χουν σκοτώσει την ψυχή της. Όχι ουλές λοιπόν μόνο μελανιές. Και ο άλλος λόγος είναι ότι από εκεί περνάνε όλα τα νεύρα. Αβάσταχτος πόνος. Αρκετός για να σε γυρίσει πίσω στο τώρα, τραβώντας σε από τα μαλλιά.

 

-         Νόμιζες ότι θα το σκάσεις μωρή καριόλα; Και οι μπάτσοι δικοί μας είναι ρε! Από που νομίζεις ότι ψωνίζουν; Αλλά θα 'χεις πολύ χρόνο να σκεφτείς τώρα! Και συ ρε μαλάκα (στον άλλον) φέρε το εργαλείο.

 

Δε μιλάει. Ο τύπος πίσω της παίρνει ένα εργαλείο σαν τανάλια και της το βάζει στον κώλο. Είναι πολύ αδύναμη για να αντιδράσει. Ξαφνικά νιώθει τους μύες του να σφίγγονται. Προσπαθεί με όλη της τη δύναμη να μη φωνάξει. Πονάει πολύ ο λαιμός της. Τον νιώθει ζεστό και κόκκινο, έτοιμο να εκραγεί.

 

-         Ρε συ, αυτή αιμορραγεί πολύ, μήπως να σταματήσω;

-         Το οινόπνευμα ρε ηλίθιε! Ρίξε όλο το μπουκάλι!

 

Κραυγή. Τέτοια που δεν έχει ξανακούσει στη ζωή της. Και μετά τίποτα. Χάνει τις αισθήσεις της. Και ονειρεύεται. Ονειρεύεται την εποχή που έκανε όνειρα. Την εποχή που έφυγε από την Ουκρανία για να ‘ρθει στην Ελλάδα, τη χώρα της ευκαιρίας. Όλοι μίλαγαν για τη γη της επαγγελίας όπου οι Ρώσοι, τα αδέρφια τους θα τους παρείχαν ασφάλεια, δουλειά και στέγη. Επιτέλους θα 'πιανε τόπο το πτυχίο της. Ένα καλύτερο μέλλον. Για αυτήν και για το παιδί της.

Το παιδί της. Ο γιόκας της. Πριν λίγες μέρες έκλεισε τα 10. Σκόπευε να τον έχει ήδη βρει και να τα γιόρταζαν μαζί. Μάζεψε όσα λεφτά, μπορούσε και το 'σκασε. Τα μάζεψε γρήγορα. Η εντυπωσιακή της εμφάνιση, την οποία όλοι ανέφεραν λέγοντας της ότι θα τη βοηθήσει να βρει την καλύτερη δουλειά, τελικά όντως τη βοήθησε. Την έστειλαν στους ακριβούς πελάτες. Και αυτοί ίδρωναν και βρώμαγαν και ήταν λαδωμένοι. Μόνο που αυτοί ήταν λευκοί, χοντροί και πλήρωναν καλύτερα. Πάλι ένα μικρό ποσοστό έφτανε στα χέρια της αλλά όπως και να 'χει τα μάζευε πιο γρήγορα.

Προσπάθησε να το σκάσει για να πάει να τον βρει εκεί που τους χώρισαν, στη Θεσσαλονίκη. Την έπιασαν όμως οι μπάτσοι να ρωτάει. Δε τη βοήθησαν, της πήραν τα λεφτά και τη δώσαν πίσω σε αυτούς. Στα αδέρφια της. Άραγε που να ναι το μωρό της; Θα 'χει βρει κάποιο σπίτι, ή τουλάχιστον κάποιο ίδρυμα; Ή θα ναι μόνο κάπου θα κρυώνει και θα φοβάται; Είχε ακούσει κάτι ιστορίες για το που κατέληγαν αυτά τα παιδάκια. ΟΧΙ! Δεν ήθελε να το σκέφτεται. Καλύτερα νεκρό! Δεν πίστευε ότι θα το ‘λεγε ποτέ αυτό αλλά καλύτερα...

 

Ξυπνάει. Μυρωδιά αντισηπτικού. Κάποιος είναι μες στο δωμάτιο. Δεν την ενδιαφέρει. Δεν μπορεί ούτε να ανοίξει τα μάτια της ούτε να προσδιορίσει το που πονάει. Απλά δε νιώθει τίποτα από τη μέση και κάτω. Αλλά πάλι...

Συγκεντρώνεται. Κι όμως κάτι νιώθει. Πιέζει τον εαυτό της και ανοίγει τα μάτια της. Μια γυναίκα είναι πίσω της και την περιποιείται. Της βάζει κάτι αλοιφές. Ασιάτισσα, μετρίου ύψους, γύρω στα 45. Προσπαθεί κάτι να ψελλίσει αλλά ο λαιμός της δεν ανταποκρίνεται. Η Κινέζα(?)  την κοιτάζει βλοσυρά και της λέει κάτι σε μια γλώσσα που δεν καταλαβαίνει. Χωρίς καν να σταματήσει τη δουλειά της. Δουλεύει γρήγορα και μεθοδικά – σίγουρα θα το 'χει κάνει πολλές φορές. Σταματάει να προσπαθεί. Κοιμάται λίγο ακόμα.

Ξυπνάει μετά από κάποια ώρα. Το δωμάτιο δεν έχει παράθυρα, και ο χρόνος έχει χάσει τη σημασία του. Είναι μόνη της πλέον. Βυθίζεται πάλι στις σκέψεις τις αγνοώντας τη μυρωδιά νερόβραστου φαγητού. Θα την ξαναστείλουν πάλι στη δουλειά. Στους Αλβανούς και στους Κούρδους όπως λένε υποτιμητικά. Θα είναι πιο δύσκολο να το σκάσει αυτή τη φορά, το ξέρει αλλά δε τη νοιάζει. Το μόνο που 'χει σημασία είναι ο γιος της. Η μόνη της ελπίδα. Θα πρέπει να δουλέψει σκληρά να μαζέψει τα λεφτά όσο πιο γρήγορα γίνεται. Και να είναι πιο προσεκτική τη δεύτερη φορά. Δε τη νοιάζει τίποτα. Ούτε τα βασανιστήρια ούτε ο θάνατος. Είναι δυνατή και θα τα καταφέρει!

Κάνει να σηκωθεί και ξαναπέφτει κάτω. Τα πόδια της είναι πρησμένα και δεν υπακούν. Κλαίει με λυγμούς.

 

«Ποιον κοροϊδεύω γαμώ την τύχη μου; Ποτέ δε θα τα καταφέρω κοίτα πως με καταντήσανε! Ένα κουρέλι! Ούτε ένα μέτρο δεν μπορώ να συρθώ! Γαμώτο...»

«Κι όμως κάτι πρέπει να κάνω, για το παιδί μου. Ω, θεέ μου, κάνε να μην είναι αλήθεια, όλες αυτές οι φριχτές ιστορίες που είχα ακούσει! Για τα παιδάκια που τα μαζεύουν κατευθείαν και τα στέλνουν στις μεγάλες εταιρίες! Που πάνε στα ακριβά ξενοδοχεία που κάνουν οι πλούσιοι χοντροί, λαδωμένοι, με τα ακριβά ρούχα και κάνουν τα πάρτυ τους. Και μαζεύονται στις σουίτες τους και παραγγέλνουν από το τηλέφωνο. Και τα φέρνουν μπροστά τους και τα στήνουν στη σειρά. Και τότε ένας χοντρός αηδίας λέει: Αυτό θέλω! Με το γλυκό προσωπάκι!»

«Και τότε ένας άλλος συμφωνεί: Ναι, ναι, αυτό! Και έχει τόσο απαλό δέρμα!»

«Και είναι το αγόρι μου! Και είναι μόλις δέκα χρονών! Όχι θεέ μου! ΌΟΟΟΧΙΙΙΙ!!!!»

 

Όχι θεέ μου! Δεν πρόκειται να το δεχτώ αυτό, όχι το παιδί μου! ΔΕ ΘΕΛΩ! Δε θέλω γιατί....  το αγαπώ πιο πολύ κι από τον εαυτό μου! Και γιατί.... είναι η μόνη μου ελπίδα. Χωρίς αυτό ......

 

Θα αναγκαστώ να παραδεχτώ.....     ότι έχω πεθάνει εδώ και καιρό.

 

 

 

 

Sweet dreams are made of this
Who am I to disagree?
Travel the world and the seven seas
Everybody's looking for something
Some of them want to use you
Some of them want to get used by you
Some of them want to abuse you
Some of them want to be abused

Sweet dreams are made of this
Who am I to disagree?
Travel the world and the seven seas
Everybody's looking for something
Some of them want to use you
Some of them want to get used by you
Some of them want to abuse you
Some of them want to be abused

I wanna use you and abuse you
I wanna know what's inside you
(Whispering) Hold your head up, movin' on
Keep your head up, movin' on
Hold your head up, movin' on
Keep your head up, movin' on
Hold your head up, movin' on
Keep your head up, movin' on
Movin' on!

Sweet dreams are made of this
Who am I to disagree?
Travel the world and the seven seas
Everybody's looking for something
Some of them want to use you
Some of them want to get used by you
Some of them want to abuse you
Some of them want to be abused

I'm gonna use you and abuse you
I'm gonna know what's inside
Gonna use you and abuse you
I'm gonna know what's inside you

 

2η Ευκαιρία

Μόλις ξύπνησα. Έχω τσίμπλες. Μου φαίνεται πολύ αστείο που τα δάκρυα στερεοποιούνται στον ύπνο. Ποτέ δε το χα σκεφτεί αυτό. Μακρινός ήχος από αυτοκίνητα. Λίγο χειρότερο από το να ακούς πουλάκια να τιτιβίζουν, αλλά μπορώ να αρκεστώ. Δείχνει ότι κάπου εδώ κοντά υπάρχει ζωή. Και μου φτάνει.

Η φωτογραφία του αδερφού μου πάνω στο κομοδίνο. Εκεί είναι 5 χρονών. Είναι τρομερό πόσο γρήγορα περάσανε τα χρόνια. Και πόσο γεμάτα. Από καλά και κακά πράγματα. Γεμάτα όμως. Και πως αλλάζουμε έτσι. Για δες τον! Κάποια κόκαλα μεγαλώναν, κύτταρα πεθαίναν και γεννιόντουσαν άλλα. Και μέσα σε μια χούφτα χρόνια αλλάζανε τα πάντα πάνω του. Ψήλωσε, έβγαλε γένια.... Εντυπωσιακό. Άραγε κι εγώ έτσι έκανα; Μα φυσικά, τι ρωτάω! Για σκέψου όμως...

Ανοίγω το παράθυρο και η κουρτίνα παίρνει ζωή. Το βάρος της σε συνδυασμό με τη ένταση του αέρα προκαλεί αυτές τις παλινδρομικές κινήσεις που σε μένα φαίνονται σαν να κυματίζει το ύφασμά της. Και είναι τόσο όμορφο. Το στολίδι πάνω στο τραπεζάκι μου το χαν κάνει δώρο όταν ήμουν 11 χρονών. Πάντα αδιαφορούσα για αυτό όταν ήμουν μικρή αλλά όταν μετακόμισα, όχι μόνο δε το πέταξα, αλλά μπήκε και σε αρκετά φανερό σημείο στο δωμάτιο. Γιατί άραγε; Δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο.

Στο τελευταίο συρτάρι της ντουλάπας έχω πολλά πράγματα που δεν ανοίγω ποτέ να δω παλιά πράγματα. Όλα μέσα σε ένα κουτί. Κάποια στιγμή κάποιος με πείραξε που στη ηλικία μου κοιμόμουν με το αρκουδάκι μου. Από τότε παίρνω αγκαλιά το μαξιλάρι. Είναι ήδη μεσημέρι. Πρέπει να σηκωθώ να πάω να πλυθώ.

Στο ταβάνι του μπάνιου έχει ρωγμές. Οι υδρατμοί. Μικρές σταγόνες νερού περνάνε τη μπογιά του και μαζεύονται στο τσιμέντο από πίσω. Και μαζεύονται, και ο σοβάς φουσκώνει και σκάει. Ένα μικρό θαύμα. Το οποίο αντιλαμβάνομαι ως πρόβλημα και το λύναμε ένα μπογιατζή. Πλένομαι με νερό που μαζεύεται από τη βροχή. Και με χιλιόμετρα υδραυλικών συστημάτων φτάνει ως το σπίτι μου. Επειδή κάπου η θάλασσα ζεσταίνεται και οι υδρατμοί γίνονται σύννεφα χωρίς αλάτι, και ταξιδεύουν μέχρι την πόλη μου. Μπορεί να έχουν έρθει από την άλλη άκρη της γης. Μπορεί τώρα να πλένομαι με το νερό που κολυμπούσε ένας Κινέζος!

Σύννεφα. Σαν αυτά έξω από το παράθυρο. Που όσο τα κοιτάς όλο και κάτι σου θυμίζουν. Όπως και τα αστέρια. Όλα είναι τόσο όμορφα και τόσο μαγικά. Χαχα! Είμαι η Γιώτα και είμαι καλά!

Μεθυσμένη από την ομορφιά των πραγμάτων γύρω μου. Από τη μελωδία της ζωής. Από τη μαγεία που κουβαλάει κάθε τι μέσα του.

Κοιτάω τα πάντα γύρω μου και μένω έκθαμβη από τις λεπτομέρειες. Από όλα αυτά που δεν πρόσεχα τόσα χρόνια από συνήθεια. Τόση ομορφιά στις λεπτομέρειες. Σαν να κοιτάω τη βιβλιοθήκη μου με τα πάνω από 500 βιβλία. Όλα διαβασμένα. Κάποια περίοδο της ζωής μου. Και μου θυμίζουν και τα δύο. Και τις ιστορίες και την κάθε περίοδο και χίλιους άλλους συνειρμούς. Όλα αυτά μια βιβλιοθήκη! Και οι τοίχοι δίπλα της, οι τοίχοι του σαλονιού, λίγο πιο κίτρινοι από το τσιγάρο. Που μαζευόμασταν, καπνίζαμε και αμπελοφιλοσοφούσαμε όταν...

Ναι ξέρω. Πάλι ταξιδεύω. Βλέπω τόσα πράγματα σήμερα, που δε μπορώ να μείνω συγκεντρωμένη. Χάνομαι στις σκέψεις μου. Όπως χάθηκα και χτες την ώρα που πήγαινα τον τύπο στο σταθμό του τρανού. Όπως οδηγούσα τη μηχανή. Μηχανικά.

Πέταξε μούρη ο πιτσιρικάς στη γωνία. Τον είδα τελευταία στιγμή. Τον απέφυγα τελευταία στιγμή. Όταν πήγα να ξαναισιώσω τη μηχανή όμως δε τα κατάφερα. Έπεσα.

Το αμάξι από πίσω... δεν ήταν τόσο τυχερό. Δε τον απέφυγε. Ούτε ο Σέργιος από πίσω μου. Δεν είχε κράνος. Σύρθηκε μαζί με τη μηχανή κάτω από το φορτηγό. Ούτε αυτοί που έρχονταν από το αντίθετο ρεύμα. Δεν έχασα τίποτα μόνο λίγα δευτερόλεπτα. Από το χτύπημα; Το σοκ; Δεν ξέρω. Πάντως όταν άνοιξα τα μάτια όλα ήταν «φρέσκα». Το αίμα, τα ζεστά λάδια, οι στριγγλιές. Τα καμένα λάστιχα. Όλα. Οι γρατζουνιές έτσουζαν και τα αυτιά μου βούιζαν. Αλλά όλα καλά για μένα.

Για τους άλλους όχι. Δύο νεκροί. Εφτά τραυματίες. Χωρίς εμένα. Μπάχαλο.

Ο Σέργιος από πίσω μου στην εντατική. Το μόνο του έγκλημα ήταν που ήταν άφραγκος και βγήκε ραντεβού για να πηδήξει. «Τι θράσος!» ναι καλά, μαλακίες. Θίχτηκα και γω η ηλίθια. Και τώρα χαροπαλεύει. Όχι ότι έπρεπε να με πηδήξει, αλλά σκέψου... που πήγαινε και τι του βγήκε από το πουθενά. Κι αυτός και οι άλλοι.

Όλο το βράδυ κλάμα, νοσοκομείο και δηλώσεις. Αλλά εγώ πήγα σπίτι. Και έκλαιγα μέχρι να με πάρει ο ύπνος. Και το βράδυ μάλλον πάλι θα κλαίω. Τώρα όμως όχι. Τώρα το μυαλό μου είναι καθαρό.

Για κάποιο λόγο μου δόθηκε μια δεύτερη ευκαιρία. Για να πηγαίνω στη δουλειά που αγαπάω να μισώ. Να αμφισβητώ τα χρόνια που έδωσα στις σπουδές μου. Να γκρινιάζω για τους άνδρες που δεν υπάρχουν πια και πολλά άλλα ρουτινιάρικα. Όχι δε θα αλλάξω μυαλά με ένα ατύχημα το ξέρω. Αλλά τώρα έχουν ανοίξει πραγματικά τα μάτια μου. Και βλέπω άλλα. Και σκέφτομαι άλλα.

Αναρωτιέμαι αν τα ζώα σκέφτονται όπως εμείς. Αν τα φυτά νιώθουν όπως εμείς. Αν τα «άψυχα» όπως αρεσκόμαστε να λέμε, το τραπέζι, η σακούλα των σκουπιδιών, η τηλεόραση, έχουν δικιά τους ζωή και γελάνε εις βάρος μας; Μπορεί δεν ξέρω. Πάντως η ζωή είναι από μόνη της μαγική ότι και να συμβαίνει. Και μένα μου δόθηκε μια δεύτερη ευκαιρία και πρέπει να θυμάμαι αυτό που συμβαίνει τώρα. Μπορεί με τις μέρες και τους μήνες να ξαναγυρίσω εκεί που ήμουν. Λόγω αδυναμίας.

Αλλά θα πρέπει πάντα να θυμάμαι τη μέρα αυτή που μπόρεσα να δω πραγματικά. Τις λεπτομέρειες. Πίσω από τις λεπτομέρειες. Πριν και μετά από τις λεπτομέρειες. Που είδα ότι αξίζει να ζω για τον εαυτό μου και όχι για αυτό που θέλουν οι άλλοι. Για τη στιγμή, όχι για τα άγχη του αύριο. Γιατί μπορεί να είναι η τελευταία. Αλλά και η τελευταία να μην είναι, πρέπει να είμαι ευγνώμων για το πολύτιμο δώρο που πήρα.

Και μάλιστα δύο φορές.

 

 

 

I guess I could be pretty pissed off about what happened to me. But it’s hard to stay mad when there’s so much beauty in the world….. and I can’t feel anything but gratitude for every single moment of my stupid little life. You have no idea of what I am talking about - I’m sure. But don’t worry. One day you will.

 

(Αφιερωμένο μαζί με το τραγουδάκι. Carpe diem μικρό μου. We are not getting any younger! Κουνήσου επιτέλους! Ξέρεις εσύ! =D )

 

 

 

 

He was standing all alone
Trying to find the words to say
When every prayer he ever prayed was gone
And the dreams he's never owned
Are still safely tucked away
Until tomorrow he just carries on
Carries on
Carries on
Carries on

See the devil on the streets at night
See him running in the pouring rain
See him grinning 'neath a twisted light
I'll be back again
See the people standing in a row
See them nodding like a field of grain
No one sees the sickle though
Coming 'cross the plain

And this he knows, if nothing more
That waiting in the dark like destiny
Are those who kiss the dogs of war
And there is no tomorrow, no tomorrow
Take a chance
Take a, take a chance yeah

See the devil he is so intense
See the devil go and change his name
What's the going price of innocence
It can't be the same
Is it dark when the moon is down
Is it dark with a single flame
If there's glass falling all around
I am not to blame

And this he knows, if nothing more
That waiting in the dark like destiny
Are those who kiss the dogs of war
And there is no tomorrow, no tomorrow
Take a chance
Take a, take a chance yeah
Take a chance
Take a, take a chance oh yeah

Burn the night away
Burn the night away
Burn the night...

Pictures at an exhibition
Played as he stood
In his trance
Staring at his inhibitions
All the time believing
That it now came down to nothing but this chance
Chance
Chance
Chance

I fear you
Your silence
Your blindness
See what you want to see
In darkness
One kindness
One moment
Tell me what you believe

I believe in nothing
Never really had to
In regards to your life
Rumours that are not true
Who's defending evil
Surely never I
Who would be the witness
Should you chance to die

Father can you hear me
This is not how it was meant to be
I am safe and so are you
As for the other's destiny

Father can you hear me
This is not how it was meant to be
I am safe and so are you
As for the other's destiny

I believe that situations
All depend on circumstance
Look away
Look away
Pictures at an exhibition
Played as he stood
In his trace
Staring at his inhibitions

All the time believing
That it now came down to
Nothing but this chance