BLOGGER TEMPLATES AND TWITTER BACKGROUNDS »

Κυριακή, 27 Μαΐου 2007

Γιατί δεν λυπήθηκα για την Αμαλία

Πριν από λίγα χρόνια βρισκόμουν σε μια πόλη που απείχε λιγότερο από μία ώρα από τη Βέροια. Την εποχή εκείνη έγινε το συμβάν με το λεωφορείο που επέβαιναν τα παιδιά από το Μακρυχώρι Ημαθίας. Ήμαστε σε ένα σπίτι 7-8 φοιτητές και το παρακολουθούσαμε στην τηλεόραση. Ακολούθησε συζήτηση τύπου «κρίμα τα παιδιά» και «τι καταστροφή» κτλ. Και κάποια στιγμή ο οικοδεσπότης απευθύνεται σε μένα.

 

Α: - Πώπω γάμησέ τα ρε φίλε εθνικό πένθος λέει. Σημαίες μεσίστιες κι έτσι. Μεγάλη πίκρα, έτσι δεν είναι;

Εγώ: - Ξέρω ΄γω, μάλλον.

- Τι μάλλον ρε μαλάκα ολόκληρο χωριό λέει ξεκληρίστηκε! Πεθάναν ένα σωρό παιδιά 15-17 χρονών!

- Καταρχάς ήταν μόνο τα παιδιά της Β Λυκείου. Και δεν πάνε όλα τα παιδιά στο Μακρυχώρι λύκειο. (Κάποια σταματούσαν στο γυμνάσιο το πολύ – ήξερα μια κοπέλα από το χωριό αυτό) Και δεύτερον το θεωρώ μεγάλη υποκρισία να το αναγάγουμε σε εθνικό θέμα.

- Και γιατί παρακαλώ;

- Διότι στο τέλος κάθε χρόνου έχουν πεθάνει τα δεκαπλάσια παιδιά από τροχαία δυστυχήματα και κανείς δεν ασχολείται. Μάλλον τα άλλα είναι πιο σημαντικά επειδή πεθάναν όλα μαζί την ίδια στιγμή και στο ίδιο σημείο!

 

Ακολούθησαν διάφορα ασήμαντα όπου ο καθένας μας δεν άκουγε και πολύ τον άλλο, απλά προσπαθούσε να στηρίξει τις απόψεις του.

Ακολούθησαν τους επόμενους μήνες κι άλλες τέτοιες συζητήσεις. Σχετικά με τους θανάτους από την επίθεση στο Ιράκ, όπου υποστήριξα ότι: «όταν πεθαίναν χιλιάδες άνθρωποι από το δεκαετές εμπάργκο φαρμάκων, που ξεκίνησε μετά την πρώτη επίθεση του Σαντάμ, όλοι ξύναν την παπάρα τους. Τώρα που πέφτουν οι βόμβες είναι πιο εντυπωσιακό;».

Σχετικά με το τσουνάμι όπου πάλι είπα: «Μερικά χιλιόμετρα πιο κει πεθαίνουν κάθε χρόνο 10.000 άτομα, οικογένειες ψαράδων. Στήνουν κάτι ξυλόσπιτα στις όχθες παρόλο που ξέρουν ότι σε εκείνη την περιοχή σκάνε 2-3 τέτοια κύματα κάθε χρόνο. Αλλά πραγματικά ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ να μείνουν αλλού. Και επειδή για κάποιους οι άνθρωποι είναι απλά αριθμοί, σε μια χώρα όπως η Ινδονησία που γεννιούνται πολύ περισσότερα από 10.000 παιδιά το χρόνο κανείς δεν ασχολείται. Αλλά όταν πέθαινε κόσμος στις παραλίες που κάνουν τα μπάνια τους οι celebrities τότε όλοι θυμήθηκαν να στείλουν ανθρωπιστική βοήθεια!». Και διάφορα άλλα...

 

Τι σχέση έχουν όλα αυτά; Υπομονή.

 

Ο μάνα ενός καλού μου φίλου έπαθε καρκίνο πριν κάποια χρόνια. Έχει και κατάθλιψη. Κάθε φορά που φεύγει ένα καρκίνωμα, ξαναεμφανίζεται. Όταν φύγει κι αυτό κάνει μετάσταση λίγο πιο δίπλα. Κι όταν φύγει κι αυτό εμφανίζεται ένα άλλο σε ένα τελείως άσχετο σημείο, επειδή μάλλον οι χημειοθεραπείες που γίνανε για το πρώτο ήταν πολύ δυνατές!

 

Η θεία της κολλητής μου δουλεύει στον άγιο Σάββα (ογκολογικό). Έχουμε κάνει διάφορες κουβέντες. Κάθε φορά που πέθαινε κάποιος τα τελευταία χρόνια (δυστυχώς δεν ήταν και λίγοι)  δε μιλιόταν για λίγες ώρες και μετά ήταν οκ. Είναι ο τρόπος της να αντιμετωπίζει την τρέλα του θανάτου, της αρρώστιας και της απώλειας.

 

Ο άλλος κολλητός μου έπαθε μια σπάνια αρρώστια που τον ταλαιπωρεί αρκετά χρόνια. Τα τελευταία του γύρισε σε καρκίνο. Την τελευταία χημειοθεραπεία την έκανε την περασμένη βδομάδα και τη Δευτέρα έδωσε ένα από τα τελευταία μαθήματα της δεύτερης σχολής που τελειώνει. Δεν έχει κλείσει τα 27.

 

Ο παππούς μου μπήκε πριν κάμποσα χρόνια  στο νοσοκομείο. Μέχρι τότε ήταν πολύ δραστήριος αγρότης παρά την ηλικία του. Μετά την εγχείρηση και έχοντας 1 πνευμόνι πλέον άρχισε σταδιακά να πέφτει. Ώσπου φέτος είχε ένα τροχαίο. Ζει ακόμα αλλά σέρνεται. Δύο πράγματα θα θυμάμαι την περίοδο της νοσηλείας. Όταν πήγαμε να τον χάσουμε από αδιαφορία των υπαλλήλων, όπου αναγκάστηκε να τραβήξει μόνος του τα καλώδια από πάνω του και να βγει στους διαδρόμους φωνάζοντας επειδή το υγρό που είχε μαζευτεί στα πνευμόνια του κόντευε να βγει από τη μύτη. Και τους συγγενείς του στο χωριό που όταν έμαθαν ότι νοσηλεύεται θεώρησαν βέβαιο ότι θα πεθάνει και προσπάθησαν να διαρρήξουν το σπίτι του και να λεηλατήσουν το χωραφάκι του. Γιατί έπρεπε να μείνουν στο χωριό κι όχι να τα πάρουν τα παιδιά του που ήταν Αθηναίοι (ξένοι δηλαδή). Φρόντισα τους επόμενους μήνες να αποκτήσω τη φήμη του επικίνδυνου τρελού, για τους περισσότερους τουλάχιστον στο χωριό ώστε να προλάβω τα χειρότερα. Πέτυχε. Και δεν είχα κλείσει καν τα 23.

 

Το περίεργο είναι ότι τόσο στα πρώτα όσο και στα προσωπικά μου θέματα όταν συνέβαιναν δεν ένιωσα πόνο η θλίψη. Πάντα έκανα ότι μπορούσα για ανθρώπους που πονάνε. Βοηθούσα και με λόγια και με πράξεις και κατάφερα αρκετά πράγματα. Ποτέ όμως δεν ένιωθα τον πόνο του άλλου πραγματικά. Εκφραστικά φαινόμουν απαθής και ανάλγητος ασχέτως με το τι έκανα η τι έλεγα.

 

Τώρα πια δεν είμαι τόσο αντιδραστικός και επιθετικός όπως τότε που ήμουν φοιτητής. Κατάλαβα ότι δεν ήταν θέμα υποκρισίας οι συμπεριφορές των άλλων. Όλοι είμαστε λίγο υποκριτές και πίσω από αυτές τις συμπεριφορές μας κρύβονται οι μεγαλύτερες μας αλήθειες. Εγώ, από την αρχή της εφηβείας μου είχα ήδη νιώσει πολύ πόνο για λόγους που δεν ανήκουν στο παρόν κείμενο. Είχα εθιστεί στην οδύνη και την αποζητούσα. Στο ίντερνετ, στα περιοδικά κ.α. Για αυτό και ήξερα τόσα πολλά για καρκίνους, πολέμους και δυστυχήματα. Κάπου εκεί όμως έπαθα overdose.    Συνειδητοποίησα το μέγεθος του πλανήτη, του πληθυσμού που τον κατοικεί και του πόνου που κουβαλάει. Βάλε και τα προσωπικά μου μέσα σε όλα αυτά και κάπου εκεί έγινε το μπαμ. Είχα μπουκώσει. Δεν χωρούσε άλλος πόνος. Εξού και η απάθεια. Δεν ασχολιόμουν με οτιδήποτε συνέβαινε, για να προστατευτώ. Διότι δεν άντεχα άλλο. Όταν κάποιος λοιπόν μεγαλοποιούσε ένα γεγονός και δεν έβλεπε το χειρότερο, παρόλο που ήταν μόλις λίγα μέτρα πιο κει, δεν υποκρινόταν απλά αυτοπροστατευόταν. Δεν ήταν αδιάφορος, απλά δεν ήταν και μαζόχας! Η διαφορά μας ήταν ότι εγώ είχα πάρει υπερβολική δόση και είχα πάει στο άλλο άκρο. Κανείς δεν ήταν σωστός και λάθος. Το ίδιο πράγμα αντιμετωπίζαμε, Απλά με διαφορετικό τρόπο.

 

 Αργότερα, και μετά από πολλή και επίπονη προσπάθεια η ψυχή μου καθάρισε αρκετά, αλλά η συμπεριφορά μου δεν άλλαξε ιδιαίτερα. Δεν υπήρχε λόγος να αρχίσω να ξαναμαζεύω αποθέματα οδύνης. Είχα βρει πλέον τον τρόπο, όταν συναντιόμουν με τον πόνο να τον αποβάλλω από τον οργανισμό μου, προτού αρχίσει πάλι να με φθείρει. Έτσι κι αλλιώς βοηθούσα πολύ καλύτερα τους άλλους όταν λειτουργούσα από την απ’ έξω. Όταν δηλαδή άφηνα το γεγονός να περάσει από το μυαλό μου για να μου δώσει τα απαραίτητα στοιχεία ώστε να βοηθήσω κάποιον, αλλά να περνάει τόσο ξώφαλτσα από την καρδιά μου ώστε να μην προλαβαίνει να κάνει ιδιαίτερη ζημιά.

Ίσως και να κάνω λάθος αλλά νομίζω ότι μπορώ να ζήσω και χωρίς αυτό. Μου φτάνει η ανησυχία για τα δικά μου προβλήματα.

 

Πότε λοιπόν ασχολούμαι πραγματικά με κάποιον; Όταν μπει στο μικρόκοσμο μου. Όταν πλέον είναι αρκετά κοντά μου ώστε να τον αντιληφθούν οι αισθήσεις μου ως πραγματικό. Μπορεί να είναι κάποιος περαστικός μπορεί και η μάνα μου, αρκεί να είναι αντιληπτός.

 

Όταν λοιπόν διάβασα για την Αμαλία πρώτη φορά κατόπιν αναφοράς της από κάποιο blogger (νομίζω Λολίτα), τελειώνοντας την ανάγνωση του Γολγοθά της, της ευχήθηκα ότι εύχομαι για όλους τους ανθρώπους που πονάνε.

 

Όταν πάλι έμαθα ότι πέθανε χάρηκα για τη λύτρωσή της. Δεν είπα καλό ταξίδι.

Γιατί δεν πιστεύω στη μετέπειτα ζωή. Δεν την έχω αποκλείσει αλλά δεν την πιστεύω κιόλας. Και δεν λέω πράγματα που δεν πιστεύω. Ούτε λυπήθηκα. Μόνο σκέφτηκα

«μακάρι να έπιασε η ευχή μου». Ποια ήταν αυτή;

 

«Μακάρι να βρεις τρόπο  να πονάς όσο γίνεται λιγότερο. Κι αν δε το ξεπεράσεις, να

προλάβεις να συγχωρέσεις τον εαυτό σου.»

 

Αυτό που εύχομαι και για τον εαυτό μου όταν πονάει. Αυτό ελπίζω και για τους άλλους. Είτε κάποιος έχει καρκίνο, είτε τον απολύσαν και πνίγεται στα χρέη, είτε τον παράτησε η γυναίκα του, ένα είναι το κοινό. Για τον καθένα μας το πρόβλημα του είναι το μεγαλύτερο. Και όταν μας χτυπά η μοίρα νιώθομε ότι κανείς πραγματικά δεν συμπάσχει μαζί μας. Όχι γιατί δεν θέλει, γιατί δεν μπορεί. Γιατί τη μεγάλη μάχη τη δίνουμε μόνοι μας. Εμείς έχουμε τα μεγαλύτερα κέρδη και τις μεγαλύτερες απώλειες. Εμείς παίρνουμε τις μεγαλύτερες ευθύνες. Και ανάλογα με το φινάλε, εμείς έχουμε τη μεγαλύτερη χαρά ή τη μεγαλύτερη λύπη. Ή και τα δύο.

 

Για αυτό και όταν δίνω αυτή την ευχή τη δίνω μέσα από την καρδιά μου. Γιατί βγαίνει από μέσα μου και πρώτος εγώ τη νιώθω. Το κομβικό εκείνα σημείο που ο εγωισμός συναντιέται με τον αλτρουισμό μου. Απόλυτη ισορροπία. Και την εννοώ κάθε φορά.

 

Που θέλω να καταλήξω. Όταν μπορώ να κάνω κάτι για κάποιον το κάνω. Κι αν δεν μπορώ το λέω σε κάποιον που μπορεί και θέλει. Αλλιώς απλά ελπίζω. Αλλά ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν ξέρω δεν κάνω διακρίσεις επειδή έτυχε να μάθω για τον έναν κι όχι για τον άλλο. Αυτός όμως είναι ο δικός μου τρόπος. Κι ο καθένας μας έχει το δικό του. Και δεν έχει νόημα να κρίνεις κανένα για το ενδιαφέρον του ή την αδιαφορία του. Ο καθένας κάνει αυτό που υπαγορεύουν οι επιλογές του και οι εμπειρίες του. Και αυτό που ο ένας αντιλαμβάνεται ως δεξιά  ο απέναντι το βλέπει αριστερά.

Αν όμως προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τη στάση του άλλου κάτι θα μάθουμε και για μας τους ίδιους. Σε μένα λειτουργεί πάντως.

 

Αντίο σε όσους έχασάν τη μάχη. Με διδάξατε πολλά με τη ζωή σας και με το τέλος σας. Κι αν ποτέ συμβεί σε μένα, θα προσπαθήσω να βγάλω ασπροπρόσωπους όσους με δίδαξαν με τη στάση τους. Κι ότι καταφέρω.

Τρίτη, 15 Μαΐου 2007

Περί διαφορετικότητας

Βγαίνεις μια βόλτα να ξεσκάσεις. Θες να έχεις επιλογές. Πας λοιπόν μια βόλτα από το δρόμο με τις καφετέριες και τα μπαράκια. Υμηττού, Φωκίωνος, Τσαλδάρη (Αθήνα) Μαρίνα Ζέα (Πειραιάς) Αριστοτέλους, Ολύμπου (Θεσσαλονίκη), Ταχυδρομείου (Λάρισα) κτλ. Και όντως έχεις πολλές επιλογές. Είναι όμως διαφορετικές;

Ας ξεκινήσουμε από τα εύκολα: Ποτά. Ποικιλία. Αλήθεια πόσοι έχουν Oban; Ή Balantines 12άρι; Αλλά θα μου πείτε ποιος τα πίνει αυτά…

Και γιατί κοστίζει τόσο ο καφές; Τι βάζουν μέσα; Γιατί στην Ιταλία ο espresso έχει 70 λεπτά;

Μουσική: ότι παίζει και στο ραδιόφωνο. Ανάλογα το σταθμό που ακούς φυσικά.

Τον 1ο που γαβγίζει; Το 2ο που παίζει μπίτια στο ρυθμό που βαράει η καρδιά σου;

Ή τον 3ο το ροκάδικο; Της επανάστασης;

Ανάλογα φυσικά πάει και το dresscode. Κυριλέ, casual, hip-hop (σα χεσμένος που λέει μια θεια μου), και βέβαια το κλασικό κοράκι! Το concept βέβαια είναι πάντα το ίδιο: περιποιημένο μαλλί που θα μοιάζει απεριποίητο, όσο πιο καινούρια ρούχα και καλύτερης μάρκας γίνεται. Ή το άλλο, το επιμελώς ατημέλητο.

Κάπου εδώ έρχεσαι και συνειδητοποιείς ότι δεν έχουν και καμία σημασία όλα αυτά που λέμε. Όλοι παίζουν με τα κινητά τους, εκτός από αυτούς που παίζουν τάβλι!

Η μουσική; Στα τέρματα! Τσίτα τα ντεσιμπέλια! Όσο πιο βράδυ τόσο χειρότερα! Και ο μεζές; Κάτι πολύχρωμες κρατσανιστές μαλακίες , που όποτε μασάω κάνουν αντίλαλο μέσα στο κρανίο μου! Μα έτσι δεν ακούω. Άρα, δεν ακούνε και οι άλλοι. Μήπως να πάψω να μιλάω; Λες;

Μπορεί να μην ακούω αλλά την ακούω! Γιατί; Μήπως τρέχει τίποτα με αυτό που πίνω; Μπα αφού το μύρισα. Ούτε πετρέλαιο μυρίζει ούτε γεύση κατρουλιό έχει.

Άρα; Ή εγώ ξέμαθα στο ποτό από την περασμένη βδομάδα, ή η νοθεία μάζεψε experience και ανέβηκε level!

Τελικά εγώ αυτό ήθελα; Δεν ξέρω… Αφού όλοι εδώ είναι. Και αύριο εδώ θα ‘ναι.

Αλλά κάτι λείπει. Υποτίθεται ότι διασκεδάζουμε. Αλλά δε βλέπω χαρούμενες φατσούλες. Δε μιλάνε. Δεν πίνουνε. Και αν πιούνε το πρωί δεν αισθάνονται καλά.

Αξίζει τον κόπο; Δεν αναρωτιούνται. Δεν κάνουν έρωτα. Ούτε γαμιούνται. Και δεν θυμούνται κάτι την επόμενη μέρα. Μήνα. Χρόνο. Και ‘γω έχω ακόμα απορίες.

Σκέφτομαι. Μέσα μου ουρλιάζω. Δεν μπορώ, τους αγαπάω. ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΙΔΙΟΙ! Δε χρειάζομαι ζωντανούς καθρέφτες για να επιβεβαιώνω την ταυτότητά μου.

Με βλέπω , με ακούω , ξέρω ποιος είμαι. Τους άλλους τους θέλω για να επικοινωνώ. Να δίνω και να παίρνω. Να μιλάω και να ακούω. Να μαθαίνω και να διδάσκω. Δημιουργία και εξέλιξη. Όχι σαν ρομπότ, ως άνθρωποι. Με κοινούς κώδικες επικοινωνίας και διαφορετικές αντιλήψεις. ΧΩΡΙΣ να είμαστε ίδιοι. Ποτέ μα ποτέ δε θα γίνουμε ίδιοι.

Δε διασκεδάζω. Φεύγω. Ξεκινάω για σπίτι. Αλλά όχι. Κάτι κάνω λάθος. Σκέφτομαι.

Αυτό είναι. Το μυαλό μου. Κάποιος παίζει με το μυαλό μου. Σταματάω λοιπόν να σκέφτομαι. Ακούω την καρδιά μου. Φεύγω. Λειτουργώ με τις αισθήσεις και ακολουθώ τη μυρωδιά της χαράς μου. Είναι κάπου εκεί έξω. Και θα τη βρω.

Αποφεύγω τους μεγάλους δρόμους και τις πλατείες. Μπαίνω στα στενάκια. Οι μυρωδιές αλλάζουν. Αυτό είναι. Υπάρχουν κι άλλα. Μουσικές ωραίες. Ρεμπέτικα με φωνές ακατέργαστες και κρασί που μυρίζει σταφύλι.

Αλλού βρίσκω διακόσμηση του 50 με τα παπουτσάκια του Fred Astaire και ραπτομηχανές στους τοίχους. Το γραμμόφωνο(!) παίζει ένα τζαμάρισμα του Γιώργου Μάγκα και του John Coltraine από ένα ethnic festival της Γαλλίας. Και έχει σπιτικά τασάκια.

Και ένα άλλο. Με άντρες ντυμένους καλικάντζαρους και γυναίκες νεράιδες. Και στα μεγάφωνα να βαράνε In Extremo. Και στο μπαρ βλέπω Porto και Sangria.

Και είδα κι άλλα από τότε. Και άκουσα περισσότερα. Και είπα… είπα… και τι δεν είπα! Γνώρισα μια ζωγράφο που έκανε έκθεση με θέμα τα παραμύθια. Και ένα πληκτρά που θα φύγει Αγγλία γιατί μια εταιρία από εκεί τον βρήκε από το myspace. Και μια barwoman που το πρωί είναι γενική γραμματέας σε διαφημιστική. Και ένα ψυχολόγο που γράφει σε περιοδικό με υπολογιστές. Και μια γερμανίδα που ήρθε για δέκα μέρες και είναι ήδη ένα χρόνο Ελλάδα. Και πολλούς ανθρώπους που έχουν γυρίσει τον κόσμο χωρίς λεφτά με όπλο την τρέλα τους. Και άλλους που γύρισαν τον κόσμο ανάποδα για μια γυναίκα (ή άντρα). Και άλλους που φύγαν από τα μέρη τους για να γλυτώσουν και επιβίωσαν μόνοι τους σε μια άγρια, αλλά πανέμορφη πόλη. Και πολλά άλλα. Αλλά ένα κοινό παντού.

Χαρούμενες φατσούλες!

Τελικά εκείνη τη μέρα κάποια στιγμή γύρισα σπίτι. Γαλήνιος. Ευτυχισμένος.

Πέφτοντας για ύπνο άρχισα πάλι να σκέφτομαι. Θυμήθηκα το Matrix.

- Σήμερα διάλεξα το σωστό χάπι. Αύριο είναι μια καινούρια μέρα. Μια καινούρια μάχη. Ένας καινούριος έρωτας. Πλατωνικός. Με τη ζωή.

Τελικά, το μέρος που ταιριάζω, είναι εκεί που δεν ταιριάζω!